«Μοσχονήσια – Εκατόνησοι – Εκτώνησα – Ηκτατώνησα – Ασκάνια Νησιά -Yund Island – Cuda – Τζούντα – Aλίβευ- Αιβαλίκ Ανταλαρι»

Σταύρου Π.Καπλάνογλου

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ

Τα Μοσχονήσια είναι συστάδα νησίδων και σκοπέλων της Μικράς Ασίας Νησιά του Εκάτου, του Απόλλωνα, ή Νησιά της Εκάτης, δηλαδή του Φεγγαριού. και βρίσκονται στη θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στις Μικρασιατικές ακτές –συγκεκριμένα στο Αϊβαλί (Κυδωνίες)– και τη Μυτιλήνη.στη νότια είσοδο του Αδραμυττηνού κόλπου, απέναντι από τη Λέσβο. Ανήκουν στην Επαρχία Μπαλικεσίρ της Τουρκίας. Πρόκειται για τις αρχαίες «Εκατόνησους» ή «Ασκανίους νήσους».

ΠΟΙΑ ΝΗΣΙΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ

Υπάρχει μεγάλος αριθμός νησιών και νησίδων, που ανέρχονται στα 40. και όχι τα 100 που παραπέμπει η αρχαία τους ονομασία.

Τα κυρίως «νησιά» είναι 20· το μεγαλύτερο ονομαζόταν Μοσχονήσι ,για μερικά από αυτά βρήκαμε ένα σχολιασμό από τον Φ.Κόντογλου.

1.Μοσχονήσι (η αρχαία Νάσος),Μοσχόνησος, Εκατονήσι, Εκατόνησο, Νάσος, Τζούντα, Αλήμπεη, Cunda, Alibey.
Ο Κόντογλου αναφέρει ότι η πέτρα με την οποία έχουν χτιστεί τα περισσότερα κτίρια και οι εκκλησιές αποκαλείτο από τους ντόπιους σαρμουσακόπετρα και προέρχεται από ένα μέρος που οι Τούρκοι ονομάζουν Σαρμουσάκ, δηλαδή Σκόρδο.

Υπάρχει σήμερα η παλιά εκκλησία του Ταξιάρχη, τα ερείπια της εκκλησίας της Κάτω Παναγιάς, του Αϊ-Γιάννη και της Βιβλιοθήκης

ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ

Από τα σημαντικότερα μνημεία του νησιού, η βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου είναι γνωστή ως Ταξιάρχης και χτίστηκε το 1873, ενώ τη χαριστική βολή στις καταστροφές που υπέστη την έδωσε ο σεισμός του 1924. Η εκκλησία είναι εγκαταλειμμένη και δεν είναι επισκέψιμη.θήκης.

Υπάρχουν παλιές αγιογραφίες της.
Μία από αυτές είναι φτιαγμένη από δέρμα ψαριού και απεικονίζει τον Χριστό, τον Άγγελο του Θανάτου και τέσσερις αγίους να διαβάζουν την Αγία Γραφή.

 

Η εκκλησία του Αϊ-Γιάννη και η Βιβλιοθήκη 

Την περίοδο του Πατριάρχη Θεοδοσίου η εκκλησία του Αϊ-Γιάννη υπαγόταν στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης.
Ο,τι έμεινε σήμερα είναι το παρεκκλήσι μαζί με κάποιες αγιογραφίες.
Η κύρια εκκλησία βρισκόταν βορειοδυτικά, ενώ η Βιβλιοθήκη του μοναστηριού, που ξεκίνησε στα 1835, ήταν διάσημη όχι μόνο για τα θεολογικά βιβλία αλλά και για τα νομικά εκκλησιαστικά συγγράμματα του 17ου και του 18ου αιώνα.

Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 το παρεκκλήσι εγκαταλείφθηκε. Σήμερα βρίσκεται πλήρως αναστηλωμένο στεγάζοντας τη Βιβλιοθήκη. Αναστηλωμένος είναι και ο ανεμόμυλος, ο οποίος τα παλιά τα χρόνια εξυπηρετούσε τις ανάγκες του μοναστηριού σε αλεύρι.

2. Πύργος (η αρχαία Πορδοσελήνη ή Ποροσελήνη), Πύργος , Πορδοσελήνη Ποροσελήνη Büyük Maden,

Πύργος- η αρχαία Ποροσελήνη. Στην Ποροσελήνη έλεγαν ότι υπήρχε ένα δελφίνι που έπαιζε μαζί με ένα παιδί που το καβαλίκευε σαν άλογο. Λένε ότι το δελφίνι είχε πιαστεί στα δίχτυα ψαράδων και το παιδί τους εμπόδισε να το σκοτώσουν και από τότε παιδί και δελφίνι έγιναν αχώριστοι

3. Λειψός, Λειψός Göz, Lipsos,

4 Κάλαμος, ς Kara Ada, Karaada, 
στον πολύ μικρό Κάλαμο οι νησιώτες έριχναν τα κόκαλα εκείνων που βρικολακιάζαν.

5 Μοσχόπουλο , Πέρα Μόσχος , Pınar,
Ο Πέρα Μόσκος έχει δύο κορφές και σε κάποια βράχια σκαλισμένα τα ονόματα γάλλων θαλασσινών.

6 Γυμνό.Γυμνό Χαλκίς, Γδυμνό Çıplak, Chalkis,

7.Κρεμμύδι Κρομμύδονησι, Dolap, Soğan,. 
κατά το βορινό πέλαγο, βρίσκεται πρώτο το Κρομμυδονήσι, η μικρή νησίδα μεταξύ Μοσχονησίου και Αϊβαλιού. Από τη μία μεριά το πέρασμα είναι πολύ στενό και λέγεται Ντουλάπι και από την άλλη το Κρομμυδονήσι είναι ενωμένο με τη στεριά με έναν μόλο μακρύ ως 500 μέτρα που χτίστηκε στα 1817 και τον λένε Γεφύρι.

8 Ψαριανό Δασκαλειό, Δασκαλιό Büyük Karaada, Balık, 
Στ΄ ανοιχτά απ΄ το Κρομμυδονήσι, σε σχήμα χελώνας, με ερείπια παλιών τειχών, το Δασκαλειό.

9.Τάλιανος Αϊ Γιάννης, Πρόδρομος, Tavuk, Aya Yani, Kilise, Dalyan, 

10.Νησοπούλα Άγιος Νικόλαs Kumru, , Vrachonisída Ágios Geórgios
Ο μικρός Αγιος Νικόλας και η Ούλια, η αρχαία Ιουλία

11.Λείος Έλεος Büyük İlyosta, Güneş,

12. Άγιος Γιώργης Άγιος Γεώργιος Güvercin, Manastır, Mozaikli
Ο Αγιος Γιώργης το Ψηφί με ένα μικρό μοναστήρι. Η εκκλησία είχε ψηφιδωτά που τα έκλεψε στα 1868 ένα γαλλικό καράβι

ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟ 1922
Οι κάτοικοι των Μοσχονησίων ανέρχονταν, όπως μας πληροφορεί ο Π. Κοντογιάννης, σε 8.000 και ήταν σχεδόν όλοι Ελληνορθόδοξοι. Λίγο πριν από το 1922 είχαν φτάσει τις 9.000.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ
Το νησιωτικό σύμπλεγμα είχε πολλά ονόματα στην διάβα του χρόνου

Μερικά από αυτά
Μοσχονήσια Cunda Adaları, Yund Adaları, Ay Adaları, Moshonisya, Moskonisya, Moschonisi, Moschonisia, Hekatonisa, Hekatonesos, Hekatonnesos, Hekatonnesoi, Hekatos, Ekatonisa, Ekatonisous, Askania, Ascania, Apollonesos, Apollonnesos, Εκατονήσι, Εκατόνησες

Αρχαιότητα ονομάζονταν Εκατόνησοι, λόγω του μεγάλου αριθμού νησιών και νησίδων, που τελικά ανέρχονται στα 40.

Η μεγαλύτερη από τις νησίδες λέγεται Μοσχόνησος., ονομάστηκε έτσι μαζί με τα άλλα νησάκια (Μοσχονήσια) «από το όνομα ενός κουρσάρου Μόσκου που λημέριαζε πάνω τους»

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ
Τα Μοσχονήσια ανήκαν στο ίδιο σαντζάκι με το Αϊβαλί, του οποίου τις τύχες ακολουθούσαν γενικότερα. Από το 1864, ωστόσο, υπήχθησαν στη διοίκηση της Μυτιλήνης, μέχρι τουλάχιστον την κατάληψή της από το ελληνικό ναυτικό το 1912.

ΙΣΤΟΡΙΑ
Τα ίχνη ενός λόφου αναγνωρίστηκαν στο νησί Χάλκη (Cıplak ). Κάποια θραύσματα κεραμικής της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώιμης Σιδήρου, που σχετίζονταν με τους Αιολικούς, βρέθηκαν στο ίδιο νησί.
O Πύργος ( Pordoselene) κ, ήταν επίσης ένας σημαντικός οικισμός στην αρχαιότητα. Τα απομεινάρια βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα.

Όλα τα αρχαιολογικά δεδομένα σχετίζονταν με την κλασική και μεσαιωνική εποχή.
Η συνεχής απειλή που δημιουργείτο από την πειρατεία στην περιοχή κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων δεν επέτρεψε στους οικισμούς να μεγαλώσουν και μόνο το νησί Μοσχονήσι ( Cunda ή Alibey Island ) ,μπορούσε να διατηρήσει ένα υψηλότερο επίπεδο κατοίκησης, όντας η μεγαλύτερη και πλησιέστερη νησίδα στην ηπειρωτική χώρα.

Μετά την βυζαντινή περίοδο, η περιοχή τέθηκε υπό την κυριαρχία του Ανατολικού beylik του Καράσι τον 13ο αιώνα και αργότερα προσαρτήθηκε στο έδαφος του οθωμανικού Beylik (Πριγκιπάτο), που επρόκειτο να γίνει η Οθωμανική Αυτοκρατορία στους επόμενους αιώνες.
Οι ντόπιοι συνεισέφεραν με τις οικονομίες τους στον Ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία, συμπεριλαμβανομένης της περίφημης Ψωροκοστάινας.
Το 1821, μετά τις ταραχές, ο αρσενικός πληθυσμός σφαγιάστηκε και οι γυναίκες και τα παιδιά στάλθηκαν στη δουλεία. .

Σύμφωνα με γραπτές πηγές, υπήρξαν οικισμοί από την αρχαιότητα, οι πηγές αναφέρουν τους οικισμούς του Νάσου, της Πορδοσέληνης ή της Πορδοσελενής και της Χαλκίδας .

Το Μοσχονήσι ή Εκατονήσι ήταν το ιερό του Απόλλωνα του 4ου αιώνα. π.Χ. και, σύμφωνα με τα ευρήματα κοντά στο Κρεμμύδι ανακαλύφθηκε η αρχαία πόλη,που την έλεγαν Νάσος, δηλαδή Νησί.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Το νησί μαζί με το υπόλοιπο σύμπλεγμα των Μοσχονησίων ανήκε στη Μητρόπολη Μυτιλήνης μέχρι το 1750 οπότε πέρασε στην Μητρόπολη Εφέσου. Το 1760 επανήλθε στη μητρόπολη Μυτιλήνης και λίγο αργότερα το 1763 εντάχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης

Η προαγωγή της επισκοπής Μοσχονησίων σε Μητρόπολη πραγματοποιήθηκε πολύ αργά, μόλις το 1921-1922, στο πλαίσιο της τελικής αναδιοργάνωσης του εκκλησιαστικού χώρου στη Δυτική Μικρά Ασία δεδομένης της Ελληνικής διοίκησης

Υπήρχαν πολλές εκκλησίες και παλιά μοναστήρια στο νησιωτικό σύμπλεγμα .

Στο Μοσχονήσι

Πάνω στο ίδιο το νησί του Μοσχονησίου είχε ανεγερθεί ο ναός των Ταξιαρχών, που ήταν ο μητροπολιτικός ναός.
Είχαν χτιστεί επίσης ο ναός της Κοιμήσεως Θεοτόκου (Μοσχονησιώτισσας),
της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Δημητρίου , του Αγίου Παντελεήμονος και
ο Κοιμητηριακός ναός του Αγίου Νικολάου.

Λειτουργούσαν επίσης οι μονές του «Ταξιάρχη στα τσαμιά», του Αγίου Δημητρίου, των Αγίων Αποστόλων,
της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (κοινώς Λέκα Παναγιά),
του Προφήτη Ηλία και της Ευαγγελιστρίας.

Στη νησίδα Ψηφί υπήρχε το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου,
ενώ στο νησίδιο του Προδρόμου ή Αγίου Ιωάννη βρισκόταν το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Συνολικά, οι ναοί και τα ναΐδρια του πολυνήσου ανέρχονταν σε περίπου 50.

Ιδιαίτερα γνωστά ήταν τα πανηγύρια των ναών της Κοιμήσεως Θεοτόκου στο Μοσχονήσι και του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στο ομώνυμο νησίδιο.

Στο νησάκι που βρίσκεται μπροστά υπήρχε μοναστήρι που είχαν κτίσει οι Πόντιοι μεταλλωρύχοι που δούλευαν στα ορυχεία της Μπάλιας και είχαν και αυτοί τραγική μοίρα τον Σεπτέμβρη του 1922

ΠΑΙΔΕΙΑ
Άξια λόγου θεωρείται από τον Π. Κοντογιάννη η εκπαιδευτική πρόοδος των Μοσχονησίων, κυρίως μετά την Επανάσταση.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
Αλκίβιος ο Κιθαρωδός
Γεννήθηκε στην αρχαια Νασό (Μοσχονήσι )
Και το όνομα του παραπέμπει στην ‘αλκή’=δύναμη, ισχύς και ‘βίος’=ζωή και σημαίνει πως ήταν δυναμικός και ισχυρός
Αλκιβίος ο Αγαλματοποιός
Κάτι ανάλογο πρέπει να συνέβαινε και με τον
Αλκίβιο τον Αγαλματοποιό, που επίσης γεννήθηκε στο Μοσχονήσια
Φώτης Κόντογλου (1896-1965 )
Ο Φώτης Κόντογλου, γεννημένος με το επώνυμο Αποστολέλης, ήταν Έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. . Είχε ακόμη σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας.
Παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε στο Αϊβαλί είχε αδυναμία και έγραψε για τα Μοσχονήσια
Στρατής Δούκας (1895–1983)
Ο Στρατής Δούκας (Μοσχονήσια Μικράς Ασίας, 6 Μαΐου 1895 – Αθήνα, 26 Νοεμβρίου 1983) ήταν Έλληνας συγγραφέας, κριτικός τέχνης και ζωγράφος Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Αιολικής Σχολής,
Σίτσα Καραϊσκάκη (1897–1987)
Η Σίτσα Καραϊσκάκη γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας το 1897, απ’ όπου έφυγε ως πρόσφυγας το 1922 και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Μονάχου και συνέχισε τις σπουδές της στα Πανεπιστήμια Πράγας, Ζυρίχης, Βιέννης και Βερολίνου
Υπήρξε ποιήτρια,λογοτέχνης ,αρθρογράφος ,

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Η οικονομία στα Μοσχονήσια την εποχη των Ελλήνων στηριζόταν στην αλιεία, στη σπογγαλιεία και στη γεωργία.
Οι κάτοικοι του Μοσχονησίου ήταν φημισμένοι καραβομαραγκοί και ταξίδευαν στους μεγαλύτερους ταρσανάδες της εποχής, από τη Σύρα ως την Κωνσταντινούπολη και τη Μαύρη Θάλασσα.
Οι Μοσχονήσιοι ήταν ναυτικοί έχοντας στην κατοχή τους, σύμφωνα με τον Π. Κοντογιάννη, 150 μικρά και μεγάλα ιστιοφόρα (ναυπηγημένα επιτόπου με ξυλεία από τις κοντινές ορεινές περιοχές).
Εργάζονταν επίσης ως αλιείς σφουγγαριών και χταποδιών και κάποιοι ήταν κτηματίες.
Η γεωργία αποτελούσε βασική οικονομική παράμετρο των κατοίκων με εκμετάλλευση εκτάσεων όχι μόνο στον περιορισμένο χώρο των νησιών (που ήταν βέβαια γόνιμα), αλλά και στην απέναντι ηπειρωτική χώρα των Κυδωνιών. Ο Κοντογιάννης αναφέρει παραγωγή ελαιόλαδου, σιτηρών, κρασιού και σαπουνιών Παράλληλα τα Μοσχονήσια είχαν κατάλληλα αργιλοχώματα για την κατασκευή πήλινων αγγείων

ΟΙ ΔΙΩΞΕΙΣ

1914
Το 1914, άρχισαν οι διώξεις εναντίον των κατοίκων των Μοσχονήσων γεγονός που προκάλεσε την αποχώρηση πολλών κατοίκων από το νησιά
Ο επίσκοπος Φώτιος, και πολλοί ιερείς μαζί με τους προκρίτους κυρίως του μεγάλου νησιού του Μοσχονησίου συνελήφθησαν, κτυπήθηκαν και φυλακίστηκαν σε ένα μύλο, για να απελευθερωθούν μόνο μετά από λίγες μέρες. Οι άνδρες και οι γυναίκες χτυπήθηκαν και βασανίστηκαν.
Αργότερα, οι κάτοικοι απελάθηκαν στο Αϊβαλί χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους.
Στο Αϊβαλί διασκορπίστηκαν ανάμεσα στα τουρκικά χωριά της της Σμύρνης και της Προύσας. Εκεί καθημερινά υποβάλλονται σε κάθε είδους διωγμούς και πέθαιναν σε μεγάλο αριθμό.
Οι εκκλησίες του νησιού λεηλατήθηκαν και μετατράπηκαν σε αποθήκες και στάβλους,
1915
Το 1915, οι κάτοικοι του νησιού αναγκάστηκαν να πληρώσουν μεγαλα ποσά για την ένδυση του Τούρκικου στρατού , για την κατασκευή στρατώνων.και για τη συντήρηση του ναυτικού Προχωρώντας παράλληλα. σε βασανισμούς και δολοφονίες
1921-1922
Για μια σύντομη περίοδο (1921-1922), το Μοσχονήσι εγινε έδρα
Ελληνορθόδοξου μητροπολίτη, Ήταν ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος(κατά κόσμον Αναστάσιος Μανάβης από τη Σμύρνη)
Ο Αμβρόσιος βασανίστηκε και τάφηκε ζωντανός στις 14/9/1922. Το νεοκλασικό μητροπολιτικό μέγαρο σώζεται ακόμη στην παραλία του κεντρικού νησιού Μοσχονησίου εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1922, αρκετές εκατοντάδες Έλληνες νησιώτες σκοτώθηκαν στην Τζούντα, μόνο μερικά παιδιά σώθηκαν και στάλθηκαν σε ορφανοτροφεία.
1923
Την επόμενη χρονιά, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης και την ανταλλαγή πληθυσμού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας , οι λίγοι υπόλοιποι νησιώτες αναγκάστηκαν να φύγουν στην Ελλάδα και αντικαταστάθηκαν από Κρητικούς Τούρκους και Το μεγαλύτερο από τη συστάδα των Μοσχονησίων, με έκταση 23 τ. χλμ., συνδέεται οδικώς με το Αϊβαλί μέσω της νησίδας Κρεμμύδι.

ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ
Στη μεγάλη σφαγή πολλοί άνδρες έφυγαν από το Μοσχονήσι και κρύφτηκαν σε νησάκια ανάμεσα Αϊβαλί Μυτιλήνη.
Είχε διαδοθεί ότι μαζεύουν τους άνδρες κι έτσι άφησαν τα γυναικόπαιδα στο Μοσχονήσι αργότερα και με την ανταλλαγή πολλοί θα βρεθούν στην Μυτιλήνη πιστεύοντας ότι σύντομα θα επέστρεφαν στα σπίτια τους.

ΣΗΜΕΡΑ
Το μεγαλύτερο από τη συστάδα των Μοσχονησίων, με έκταση 23 τ. χλμ., συνδέεται οδικώς με το Αϊβαλί μέσω της νησίδας Κρεμμύδι.
Από το 1924 και την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι περισσότεροι σημερινοί κάτοικοί είναι Μουσουλμάνοι από την Κρήτη και από το νησί της Λέσβου

 « Άντανδρος Αντανδρίας, Ηδωνίς, Κιμμερίς, Παπαζλή» του Σταύρου Π. Καπλάνογλου

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ

Η Άντανδρος ήταν αρχαία Eλληνική πόλη της Μυσίας που βρισκόταν στο βόρειο τμήμα του Κόλπου του Αδραμυτίου ,στους πρόποδες του όρους Ιδη , απέναντι από την Μήθυμνα της Λέσβου στην περιοχή της Τρωάδος., σε απόσταση 25 χλμ δυτικά του Αδραμυτίου

Επέζησε μέχρι τα χρόνια του Βυζαντίου όντας έδρα Επισκοπής.
Η γύρω περιοχή ήταν γνωστή ως Αντανδρία και περιελάμβανε τις πόλεις Ασπονεύς στην ακτή και τα Άστυρα προς τα ανατολικά.

Η στρατηγική θέση του Αντάνδρου, σε συνδυασμό με το προστατευμένο λιμάνι του κοντά στο όρος Ίδη συνέβαλε στην ανάπτυξη της πόλης. Η περιοχή ήταν εύφορη και πλούσια σε ξυλεία, απαραίτητη για το σημαντικό ναυπηγείο, συχνά αναφερόμενη από τους συγγραφείς των Κλασικών και Ελληνιστικών περιόδων.

Σήμερα, τοποθετείται στον λόφο Ντεβρέν, και ο χώρος που κάλυπτε βρισκόταν στο σημερινό χωρίο Αvcilar (Αβτσιλάρ) και η μικρή πόλη Αltınoluk (Αλτινολούκ)

ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟ 1922

Στην θέση του Αλτινολούκ, παλιότερα, βρισκόταν το Ελληνικό χωριό Παπαζλή (Papazli)
Το Τουρκικό Index Anatolicus αναφέρει τον οικισμό, για το 1906, με το όνομα Παπαζλή (Papazli) που ήταν το Ελληνικό όνομα αλλά το ίδιο όνομα το αναφέρει και για το 1928 ως Παπαζλίκ (Papazlik) προσθέτοντας στο τέλος ένα Κ ,προφανώς η αλλαγή του ονόματος σε Αltınoluk (Αλτινολούκ) έγινε μετά από αυτήν την χρονολογία.
Στην απογραφή του 1905 το Παπαζλή η ίδια πηγή αναφέρει πληθυσμό 460 Ελλήνων και ότι ο οικισμός είχε μικτό πληθυσμό, χωρίς να δίνει αριθμό για τους Μουσουλμάνους κατοίκους του .

ΤΟ ΟΝΟΜΑ

Παπαζλή
Η τελευταία Ελληνική ονομασία του οικισμού Παπαζλή προέρχεται από την λέξη Παπάς που στην Τουρκική γλώσσα αποδίδεται σαν Papaz η κατάληξη του Li είναι συνήθης κατάληξη των Τουρκικών επιθέτων, έτσι έχουμε PAPAZ +LI = PAPAZLI

Άντανδρος ( 1η εκδοχή )
Κατά την πρώτη εκδοχή, η πόλη Άντανδρος υπήρχε από την εποχή του Τρωικού πολέμου, δηλαδή από τον 12ο αιώνα π.Χ.
Ανήκε δε στον Αινεία που ήταν γιος του Αγχίστη βασιλεία της Δαρδανίας ,οι αντίπαλοι του που δεν ήταν άλλοι από τους Πελασγούς ,συνέλαβαν τον γιο του Ασκάνιο που ήταν ο κυβερνήτης της πόλεως. Για να τον απελευθερώσει από τα χέρια τους έδωσε αντί για λίτρα μια ολόκληρη πόλη. Πιθανόν η πόλη μέχρι τότε να ήταν γνωστή σαν Ἠδωνίς ή Κιμμερίς,
Έτσι από τότε η πόλη πήρε το όνομα της πραγματοποιηθείσης ανταλλαγής ,πόλη αντί ενός ανδρός
(Αντί – ανδρός = Άντανδρος )

Άντανδρος (2η εκδοχή )
Υπάρχει και δεύτερη εκδοχή, ότι την πόλη την δημιούργησαν εξόριστοι από το νησί της Άνδρου.
Κτίζοντας αποικία στην συγκεκριμένη θέση , θέλοντας να τιμήσουν την πατρίδα την Άνδρο την ονόμασαν Άντανδρο (Αντί -Άνδρου=Άντανδρος ).

Ἠδωνίς και Κιμμερίς
Κατά τον Στ,Βυζάντιο ο Αριστοτέλης ισχυριζόταν ότι η Πόλη λεγόταν Ἠδωνίς και Κιμμερίς , το πρώτο το όνομα το πήρε από Θρακίωτες που κατοίκησαν την περιοχή και το δεύτερο από Κιμμέριους

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΠΑΠΑΖΛΗ

Το Παπαζλή ανήκε στην Μητρόπολη Δαρδανελλίων και Λαμσάκου , στους σχετικούς καταλόγους του Πατριαρχείου αναφέρεται ως Παπαζλή (Altınoluk), από τη σημερινή Επαρχία Edremit (Αδραμυττίου) του Νομού Balıkesir (Αδριανού Θηρών)
Η εκκλησιά των ορθοδόξων Ελλήνων ήταν η Αγία Τριάδα κατά το Index Anatolicus

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Η ύπαρξη μεγάλων ελαιώνων στην περιοχή, ακόμη και σήμερα αλλά και πολλούς αιώνες μέχρι της ημέρες που βρισκόταν εκεί οι Έλληνες , είναι βέβαιο ότι αποτελούσε χώρο από τον οποίο εξασφάλιζαν έσοδα, ,το ίδιο πρέπει να συνέβαινε με την εκμετάλλευση των δασών του όρους Ιδη, που πάντοτε έδινε άφθονη ξυλεία και στήριζε τα ναυπηγεία της περιοχής που ήταν γνωστή η ύπαρξη τους από αρχαίους συγγραφείς.
Τέλος, η αλιεία είναι μια απασχόληση που συνηθιζόταν στους ανθρώπους που κατοικούσαν γύρω από τον κόλπο του Αδραμυτίου

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Σύμφωνα με διαφορετικές παραδόσεις, ο Αντάνδρος κατοικήθηκε από Αιολείς, Πελασγούς, Λέλεγες, Θράκες ή Κιμμεριούς.
Όμως, δεν υπάρχουν αρχαιολογικά στοιχεία που να το υποστηρίζουν και η μη συστηματική αρχαιολογική έρευνα δεν μπορεί να αναδημιουργήσει την ιστορία της περιοχής μέχρι τον 7ο αιωνα. π.Χ.

Η πόλη της Αντάνδρου, αν δεχθούμε την εκδοχή της απόδοσης του ονόματος στην ανταλλαγής της με τον γιο του Αινεία, υπάρχει από την εποχή του Τρωικού πολέμου και ισχύει εν πολλοίς ότι υπήρχε το 12ο αιώνα π.Χ.
Ο ποιητής Αλκαίος[4] (7ος αι. π.Χ.), και ο Ηρόδοτος (5ος αιώνα. π.Χ.), υποστήριζαν ότι η Άντανδρος ιδρύθηκε από τα παλαιότατα πρωτοελληνικά φύλα των Πελασγών και Λελέγων στην προϊστορία.

Σε αυτό συνηγορεί και η άποψη που ανέφεραν Ρωμαίοι συγγραφείς σχετικά με την ίδρυση της Ρώμης από τον Αινεία, που μετά την ήττα των Τρώων, πήγε στην Άντανδρο, ναυπήγησε πλοία στα εκεί ναυπηγεία και μετά από ένα μεγάλο ταξίδι έφτασε στο Κάστρο στην Ν. Ιταλία και τα εγγόνια του Ρώμος και Ρωμύλος έκτισαν την Ρώμη.
Για την ιστορία αυτή του Αινεία θα αναφερθούμε στο τέλος του άρθρου.

ΛΥΔΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Τον 7ο αιώνα Π.Χ., η Τρωάδα βρισκόταν στα όρια του Λυδικού βασιλείου, όπου η Σάρδεις ήταν το διοικητικό κέντρο.
Στον ίδιο αιώνα, η Λέσβος ίδρυσε αποικίες στην αντίθετη ακτή της Μικράς Ασίας, οπότε ο Αντάνδρος θα μπορούσε να έχει καθιερωθεί ως αποικία της Μύθημνας, όπως η γειτονική Άσσος.

Ο Θουκυδίδης λέει ότι ο Αντάνδρος ανήκε στις παράκτιες πόλεις, οι οποίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Μυτιλήνης κατά το τελευταία έτη του 5ου αιώνα π.Χ.

ΠΕΡΣΕΣ

Η κατάκτηση του Λυδικού βασιλείου από τους Πέρσες στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. σημάδεψε μια περίοδο αστάθειας για την περιοχή λόγω του Περσικού επεκτατισμού.
Το 514 π.Χ. η Άντανδρος μαζί με άλλες πόλεις προσαρτήθηκε στο Περσικό βασίλειο.
Πιθανότατα, συμμετείχε στην Επανάσταση του Ιονίου κατά των Περσών στα τέλη του 6ου – αρχές του 5ου αιώνα π.Χ

ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΙ ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ

Το 424 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, η πόλη είχε καταληφθεί από Μυκηναίους εξόριστους, ο ιστορικός Θουκυδίδης αναφέρει ότι:
Το σχέδιό τους ήταν να απελευθερώσουν τις άλλες πόλεις, επίσης, οι οποίες είναι γνωστές ως πόλεις Ακταίες, οι οποίες ήταν παλιά υπό την κατοχή της Μυτιλήνης, αλλά τώρα κατέχονται από την Αθήνα, και έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στην Άντανδρο.

Πιστεύοντας, ότι η ξυλεία του όρους Ίδη και τα ναυπηγεία που υπήρχαν, θα τους βοηθούσε να κατασκευάσουν πλοία, ώστε να κάνουν επιδρομές στο νησί της Λέσβου για να επανακτήσουν την πατρίδα τους.

ΔΗΛΙΑΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ
Η σημασία της Αντάνδρου πιστοποιείται αργότερα από τον Ξενοφώντα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο,
. Όντας μέλος της Δηλιακής συμμαχίας το 425 π.Χ., η Άντανδρος εμφανίζεται για πρώτη φορά στις Αθηναϊκές φορολογικές λίστες το 421 π.Χ., έχει μια αξιολόγηση των 8 ταλάντων που σήμαινε σχετική ευμάρεια της πόλης.
Το 411π.Χ. η πόλη διώχνει την Περσική φρουρά της, με τη βοήθεια των Πελοποννησιακών στρατευμάτων που στάθμευαν στην Άβυδο
Γρήγορα, όμως επανήλθε στον Περσικό έλεγχο.

ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΙ
Στα τέλη του 5ου αι. Π.Χ., οι Αθηναίοι δεν μπορούσαν πλέον να ελέγξουν την περιοχή της Μικράς Ασίας και σχεδόν όλες οι πόλεις της Τρωάδας παραχωρήθηκαν στους Σπαρτιάτες
Ο Αντάνδρος, μαζί με τις άλλες πόλεις της Τρωάδας, παρέμεινε κάτω από τον έλεγχο των Λακεδαιμόνιων μέχρι το 394 π.Χ.,

ΟΙ ΜΥΡΙΟΙ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Το καλοκαίρι του 399 π.Χ. οι Μύριοι του Ξενοφώντος πέρασαν από εκεί στον δρόμο της επιστροφής τους. Ο Ξενοφών στα Ελληνικά του τόνισε την στρατηγική σημασία της πόλης κατά τη διάρκεια του Κορινθιακού πολέμου (395-387 π.Χ.)
Μετά την κλασική περίοδο, οι αναφορές για την Άντανδρο σπανίζουν.
Την συναντά κανείς στα 200 π.Χ. σε κάποιες επιγραφές

Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Το 334 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος κατά τη διάρκεια της αποστολής του κατά των Περσών κατέκτησε την Τρωάδα, η οποία έγινε μέρος της Μακεδονικής επικράτειας

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
. Η σύγκρουση των διαδόχων είχε συνέπειες για αυτήν την περιοχή.
Από το 319 π.Χ. και μετά, την Μικρά Όσια κυβερνούσαν ο στρατηγός Αντίγονος Μονόφθαλμος, ο οποίος είχε ανακηρυχθεί βασιλιάς το 306 π.Χ.

Όταν ο Αντίγονος πέθανε στη μάχη του Ιψού (301 π.Χ.), ο αντίπαλός του Λυσίμαχος απέκτησε τον έλεγχο της περιοχής, αλλά το 281 π.Χ., μετά τη μάχη του Κουροπεδίου, οι Σελευκίδες πήραν τον έλεγχο ολόκληρης της Μικράς Ασίας
. Στα μέσα του 3ου αιώνα. π.Χ., η δυναστεία των Ατταλιδών στο Βασίλειο της Περγάμου εμπόδισε την περαιτέρω επέκτασή τους.

Ο Αντάνδρος, κατά την περίοδο αυτή, ανήκε κατά πάσα πιθανότητα στο Σελευκικό πεδίο, αλλά η εγγύτητά του με το βασίλειο των Ατταλίδων επηρέασε την πολιτική του ζωή.

Ο Αντάνδρος έγινε αυτόνομη πόλη υπό την επιρροή ή τον έλεγχο των Ατταλίδων.
Στα επόμενα χρόνια, διατήρησε την αυτονομία του και επεκτάθηκε, σε αντίθεση με άλλες πόλεις της νότιας ακτής της Τρωάδος.

Τα στοιχεία για τον Αντάνδρο από τότε και μετά είναι περιορισμένα. Η πόλη επέζησε με το ίδιο όνομα μέχρι την βυζαντινή περίοδο.
Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ήταν ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο.

ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Κατά τη Βυζαντινή περίοδο, η Άντανδρος ήταν έδρα επισκοπής υπαγόμενη στην Μητρόπολη της Εφέσου.

ΟΘΩΜΑΝΟΙ
Τέλος, στα τέλη του 14ου αιώνα μ.Χ. ένας Οθωμανός ναύαρχος χρησιμοποίησε την ξυλεία της Αντάνδρου για την κατασκευή μερικών εκατοντάδων πλοίων.

ΟΙ ANAΣΚΑΦΕΣ
Από κάποιες ανασκαφές , ήλθαν στο φως κεραμικά του 8ου -7ου αι. π.Χ. και αποδεικνύουν τον υλικό πλούτο της ελληνικής αυτής πόλης, καθώς και το εμπόριο που ανέπτυξε με τις γύρω ελληνικές αποικίες.

Μεταξύ 1989-1996. Βρέθηκε σαρκοφάγος με ταφικά δώρα. Διάφορα κτίσματα που χρονολογήθηκαν στην ύστερη αρχαιότητα και στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο . Μια βίλα που αποκαλύφθηκε στους πρόποδες του λόφου της ακρόπολης ήταν εξαιρετικά σημαντική ,ήταν ένα πλούσιο σπίτι που περιλαμβάνει περιστύλιο διακοσμημένο με ψηφιδωτά δάπεδα, δωμάτιο με ψηφιδωτά δάπεδα και τοιχογραφίες, καθώς και ιδιωτικό μπάνιο. οι τοιχογραφίες που θύμιζαν Πομπηία. Χρονολογήθηκε στην ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο. Στην παράκτια περιοχή, αποκαλύφθηκε εκτεταμένο νεκροταφείο.

ΤΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΝΔΡΟΥ
Κατά την περίοδο 440-284 π.Χ., η Άντανδρος έκοβε δικό της νόμισμα, αυτό άρχισε και πάλι επί του αυτοκράτορα Τίτου (79-81 μ.Χ.) και συνεχίστηκε μέχρι (218 – 222 μ.Χ.)

Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΑΝΔΡΟΣ

Το 409 και το 405 π.Χ., Η Άντανδρος αναφέρεται στην Αινειάδα του Βιργιλίου, ως το μέρος όπου ο Αινείας χτίζει τον στόλο του πριν ξεκινήσει για την Ιταλία.

Ο Αινείας ήταν ένα μυθικό πρόσωπο που έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο .
Ήταν γιος του Αγχίστη και της Αφροδίτης που αναγνωρίσθηκε από τους Λατίνους συγγραφείς σαν ο ιδρυτής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Αινείας και ο Αγχίστης ήταν γνωστοί ως οι μεγαλύτεροι ήρωες μετά τον Έκτορα, τον πρίγκιπα των Τρώων που υπήρξε ο μεγαλύτερος μαχητής της Τροίας .

Ο Αινείας έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο επικεφαλής των Δαρδάνων, ως σύμμαχος των Τρώων, Αρχικά δεν ήθελε να συμμετάσχει στον πόλεμο, γιατί περίμενε μετά τον θάνατο του Πριάμου να βασιλεύσει αυτός στον θρόνο του. Όταν, όμως, ο Αχιλλέας τον έδιωξε από το όρος Ίδη,ο Αινείας υποχρεώθηκε να καταφύγει στην Τροία και να πολεμήσει μαζί με τους Τρώες.

Πολεμώντας στον Τρωικό Πόλεμο με τον Διομήδη ο Αινείας σώθηκε μόνο χάρη στην προστασία της μητέρας του Αφροδίτης και του Απόλλωνα που τον μετέφεραν στην Πέργαμο για ανάρρωση, ενώ στη σύγκρουσή του με τον Αχιλλέα τον έσωσε ο θεός Ποσειδώνας.

Μετά την άλωση και τη λεηλασία της Τροίας, ο Αινείας με μερικούς Τρώες εξακολούθησαν να αμύνονται σε κάποια συνοικία της πόλης, ώσπου οι Αχαιοί τους διεμήνυσαν ότι τους δέχονται να αποχωρήσουν ανενόχλητοι, με την άδεια να πάρουν ο καθένας τους ότι μπορούσε να σηκώσει στα χέρια του από την περιουσία του.
Και ενώ όλοι οι άλλοι γέμισαν και πήραν σακιά με χρυσάφι, ασήμι, κοσμήματα, χρήματα, κλπ., ο Αινείας σήκωσε στους ώμους του τον γέροντα και ανήμπορο πατέρα του, τον Αγχίστη, και τον μετέφερε έξω από την πόλη.
Τότε οι Αχαιοί, θαυμάζοντας την πράξη του αυτή, του επέτρεψαν να πάρει ελεύθερα και ότι άλλο ήθελε από το σπίτι τους.

Αλλά εκείνος και πάλι δεν προτίμησε τίποτα άλλο από τα ιερά Ξόανα των θεών και τα οικογενειακά κειμήλια, που τα θεωρούσε ανώτερα από κάθε άλλο θησαυρό.
Μετά από αυτό, οι Αχαιοί του είπαν ότι ήταν διατεθειμένοι να του εκχωρήσουν όποιο μέρος της Τροίας ήθελε για να ζήσει εκεί με απόλυτη ασφάλεια.
Κατά τους Ρωμαίους, ο Αινείας αρνήθηκε την προσφορά και, πήγε στην γειτονική Άντανδρο, προκειμένου να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι προς την Αδριατική χερσόνησο όπου με την εντολή των θεών που πίστευε θα έκτιζε μια καινούργια Τροία..

Κατασκεύασε ιστιοφόρα πλοία στα εκεί ναυπηγεία ,χρησιμοποιώντας ξυλεία από το όρος ‘Ιδη.
Με την ολοκλήρωση της κατασκευής 20 ξύλινων ιστιοφόρων,με κουπιά μήκους 15-20 μέτρων ξεκίνησε στην αρχή της άνοιξης για την Ιταλική χερσόνησο, όπου έφτασε στο Κάστρο της Ιταλίας.

Εκεί θεωρήθηκε ότι τα εγγόνια του έχτισαν τη Ρώμη,(Ο Ρώμος και ο Ρωμύλος ήταν τα παιδιά της κόρης του Ρέας Σύλβιας τα οποία απέκτησε με τον θεό Άρη )

Βέβαια, κάτι τέτοιο περιέχει αρκετή φαντασία μια και η χρονολογία δημιουργίας της Ρώμης βρίσκεται κάπου στον 7-8 ο αιώνα π.Χ. και ο Τρωικός πόλεμος αποδεδειγμένα πλέον διεξήχθη τον 12 αιώνα π.Χ,
Ο Αινείας ανεχώρησε από την Τροία το 1181 π.Χ. για την Άντανδρο και από εκεί για την Ιταλική χερσόνησο
Η κτίση της Ρώμης είναι 428 έτη μετά, δηλαδή πέρασαν πολλές γενεές μέχρι τότε.

Άσσος – Απολλωνία – Κεκροπεία -Behramkale – Μakhramion -Μakhram – Behram – Behramkoy


Σταύρου Π. Καπλάνογλου

ΤΙ ΗΤΑΝ
Ή Άσσος ήταν αρχαία ελληνική πόλη στην περιοχή της Τρωάδος. Βρίσκεται στις βόρειες ακτές του κόλπου του Αδραμυττίου, απέναντι από τη Μήθυμνα της Λέσβου.
Στην αρχαιότητα ήταν η δεύτερη σε σημασία Αιολική πόλη.

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
Η απόσταση από άλλες γνωστές πόλεις της περιοχής σε χιλιόμετρα ήταν: Τροία 66 , Ayvacık: 19 ,Αϊβαλί : 130 Balıkesir: 161 , Κωνσταντινούπολη: 257 Πέργαμος : 180

ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟ 1922
Η Άσσος είχε εγκαταλειφθεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια.
Το 1258 μ.Χ όταν καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς ήταν ένα ασήμαντο μικρό χωριό.
Μετά την εγκατάσταση τους , ο οικισμός αναπτύχθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση και εμφανίστηκε το χωριό Μπεραμκάλε ( Behramkale )(BEHH-rahm-kah-leh).
Αυτό είναι και το πλησιέστερο υπάρχον μικρό χωριό.
Δεν έχουμε πληροφορίες για την παρουσία Ελλήνων σε αυτό, το 1922.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ
Η αρχαίες ονομασίες της πόλης ήταν Άσσος ή Ασσός κατά Στράβωνα , Απολλωνία και Κεκροπεία.
Απολλωνία ονομάσθηκε την περίοδο 241 -133 π.Χ., όταν κυβερνήθηκε από τους Ατταλήδες της Περγάμου, που την μετονόμασαν .

ΙΣΤΟΡΙΑ
Η πόλη κατοικούνταν από την εποχή του χαλκού. Τον 10ο αιώνα π.Χ η Άσσος κατοικήθηκε από Αιολείς της Λέσβου, σύμφωνα με τον Ελλάνικο, ενώ ο Μυρσίλος είναι πιο συγκεκριμένος και μιλάει για Μηθυμναίους γύρω στο 700 π. Χ.

ΛΥΔΟΙ
Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. η πόλη πέρασε στη Λυδική κυριαρχία. Την περίοδο αυτή η πόλη ήταν η σημαντικότερη της περιοχής, με σημαντικό πλούτο, οφειλόμενο στα πλούσια κοιτάσματα σιδήρου και αργύρου

ΠΕΡΣΕΣ
Μετά το 546 π.Χ. βρέθηκε, όπως και όλες οι πόλεις των παραλίων, υπό Περσικό έλεγχο

ΑΘΗΝΑ
Το 478 π.Χ. προσχώρησε στην Αθηναϊκή Συμμαχία, πληρώνοντας εισφορά ενός ταλάντου, γεγονός που δίνει στοιχεία για το μέγεθός της.

ΠΕΡΣΕΣ – ΣΠΑΡΤΗ
Το 412 π.Χ., με τη βοήθεια των Σπαρτιατών οι Πέρσες ανέκτησαν προσωρινά τον έλεγχο της πόλης, η οποία και τους παραχωρήθηκε με την Ανταλκίδειο ειρήνη.

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ
Αμέσως μετά, η Άσσος περιήλθε σε καθεστώς αυτονομίας, αν όχι πλήρους ανεξαρτησίας.
Την εξουσία κατέλαβε ο τραπεζίτης Εύβουλος, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε τύραννος περίπου το 360 π.Χ.
Αργότερα, όμως το 348 π.Χ., ο υπηρέτης του, ο ευνούχος Ερμείας από τη Βιθυνία, τον δολοφόνησε και κατέλαβε την εξουσία, την οποία διατήρησε μέχρι το 345 π.Χ.

ΠΕΡΣΕΣ
Το 345 π.Χ., ο Ρόδιος Μέμνονας, στρατηγός στον Περσικό στρατό, κατόρθωσε με δόλιο τρόπο να αιχμαλωτίσει τον Ερμεία, ο οποίος εκτελέστηκε, αργότερα στα Σούσα.
Έτσι, η Άσσος πέρασε και πάλι στα χέρια των Περσών .

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ -ΕΠΙΓΟΝΟΙ
Το 334 π.Χ. απελευθερώθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο.
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου η πόλη βρέθηκε στη δίνη των αντιπαραθέσεων μεταξύ των επιγόνων.

ΓΑΛΑΤΕΣ
Στο διάστημα αυτό η Άσσος, μαζί με το μεγαλύτερο μέρος της Τρωάδος, πέρασε στον έλεγχο των Γαλατών στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. και για 60 περίπου χρόνια.

ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΠΕΡΓΑΜΟΥ
Το 241 π.Χ., σε συνεννόηση με τους Ατταλήδες, η Άσσος αρνήθηκε να πληρώσει φόρο στους Γαλάτες και εντάχθηκε στο Περγαμηνό βασίλειο.

ΡΩΜΑΙΟΙ
Παρέμεινε υποτελής έως το 130 π.Χ., όταν ο Άτταλος Γ΄ κληροδότησε το βασίλειό του στους Ρωμαίους, το οποίο αποτέλεσε τη βάση της επαρχίας της Ασίας.
Η πόλη γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη, στο διάστημα των ρωμαϊκών χρόνων.
Το 17 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ ΄΄ Γερμανικός” διάδοχος του Τιβέριου επισκέφθηκε την Άσσο και χαιρετίστηκε από τους κατοίκους ως νέος θεός

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
Ο Χριστιανισμός έφθασε αρκετά νωρίς στην πόλη, την οποία επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος με το Λουκά, πριν από το ταξίδι τους στη Μυτιλήνη.
Ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε την πόλη, κατά το τρίτο ιεραποστολικό ταξίδι του, μέσω της Μικράς Ασίας, το οποίο ήταν μεταξύ 53-57 μ.Χ.,
Οι Πράξεις 20 καταγράφουν, ότι ο Λουκάς ο Ευαγγελιστής και οι σύντροφοί του πήγαν με πλοίο από την Τρωάδα στην Άσσο, περιμένοντας την άφιξη του Αποστόλου Παύλου.

ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Κατά τη Βυζαντινή περίοδο η Άσσος ήταν έδρα επισκοπής, οι ηγέτες της οποίας παραβρέθηκαν στις Συνόδους της Νίκαιας (325) και της Εφέσου (431).

ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ
ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΣΚΑΦΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

Στο β΄ μισό του 19ου αιώνα πολλά από τα μνημεία (όπως η κύρια πύλη, τμήματα του τείχους και το θέατρο) αποψιλώθηκαν και το υλικό τους χρησιμοποιήθηκε για την ανοικοδόμηση της Κωνσταντινούπολης.

Η πρώτη αρχαιολογική ανασκαφή πραγματοποιήθηκε από μια αμερικανική ομάδα αρχαιοτήτων το 1881-1883.

Έχουν βρεθεί :
Τείχη
Η περιοχή γύρω από την πόλη περιβάλλεται από τοίχους ύψους 20 μέτρων, μήκους 3200 μέτρων που έχουν κτισθεί τον 4ο αιώνα π.Χ. Έχουν δύο κύριες πύλες που παρέχουν πρόσβαση και έξοδο από την πόλη.

Νεκρόπολη
Η περιοχή μπροστά από τις ανατολικές και δυτικές πύλες χρησιμοποιήθηκε ως νεκρόπολη (νεκροταφείο) για 9 αιώνες. Εκτός από τους απλούς τάφους βρέθηκαν μνημειώδεις μεγάλοι τάφοι (σαρκοφάγοι ).

1 ΑΣΣΟΣ ΣΗΜΕΡΑ.png

Ναός της Αθηνάς
Στο υψηλότερο σημείο της αρχαίας πόλης βρίσκεται ο ναός της Αθηνάς.
Η Αθηνά ήταν η προστάτιδα θεά της πόλης.
Νέοι πυλώνες χύθηκαν με δείγματα, που αφαιρέθηκαν από τις συμπαγείς στήλες.
Το άγαλμα της θεάς στο ιερό δωμάτιο του ναού, που είχε βρεθεί μεταφέρθηκε το 19ο αιώνα στην Αμερική .
Μερικές από τις ζωφόρους στις στήλες στο Μουσείο της Βοστώνης, άλλες στο Μουσείο του Λούβρου και άλλες στο Μουσείο Αρχαιολογίας της Κωνσταντινούπολης.
Στα ανάγλυφα υπάρχει αναπαράσταση των άθλων του Έλληνα μυθικού ήρωα Ηρακλή.

Αμφιθέατρο
Το θέατρο, που χτίστηκε στη νότια πλαγιά της αρχαίας πόλης απέναντι από το νησί της Λέσβου
, Το θέατρο, που χτίστηκε σε ένα φυσικό βράχο, που εκτιμάται ότι ήταν χωρητικότητος 2500 ατόμων.
Δυστυχώς τα μαρμάρινα μέλη του, τα επόμενα χρόνια χρησιμοποιήθηκαν σαν οικοδομικά υλικά.
Οι κατεδαφισμένοι τοίχοι του θεάτρου ανοικοδομήθηκαν μετά την αποκατάσταση του μνημείου.
Οι σειρές των καθισμάτων ξαναχτίστηκαν και τώρα το θέατρο μπορεί να φιλοξενήσει 1500 άτομα σε φεστιβάλ και συναυλίες που γίνονται.

2 ΑΣΣΟΣ ΙΔΡΥΜΑ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ.jpg

 

Αγορά
Η Αγορά ήταν το πιο ζωντανό μέρος στην πόλη .
Η αγορά της Άσσου περιβάλλεται από δύο αντίθετες στοές χτισμένες σε διαφορετικές εποχές.

Άλλα κτίρια
Υπάρχουν, επίσης, γυμναστήριο, κτίριο του κοινοβουλίου, ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας και άλλα ευρήματα.

ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ
Η νομισματοκοπία της Άσσου ξεκίνησε στο β΄ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. Α. Κόπηκαν αργυρά νομίσματα που παρουσιάζουν στην μια πλευρά ένα γρύπα* και στην άλλη την κεφαλή ενός λιονταριού.

Β. Κόπηκαν μικρές ποσότητες αργυρών νομισμάτων, με την κεφαλή της Αθηνάς που φορά κράνος στην μια πλευρά και την άλλη την κεφαλή του λιονταριού ή τη μορφή του αρχαϊκού αγάλματος της Αθηνάς που κρατά δόρυ και ταινίες, καθώς και την επιγραφή ΑΣΣΙΟΝ, ΑΣΣΟΟΝ ή ΑΣΣΙ.

Γ. Τέλος, μετά την αποστασία από την Αθηναϊκή Συμμαχία, πιθανότατα από το 400 π.Χ. και έως την ενσωμάτωσή της στο Βασίλειο του Αττάλου το 241 π.Χ., η Άσσος έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα με την κεφαλή της Αθηνάς από την μια πλευρά και διάφορους τύπους στην άλλη , καθώς και την επιγραφή ΑΣΣΙ ή ΑΣΣΙΩΝ.13

Δ .Στους Ελληνιστικούς χρόνους, η Άσσος περιλήφθηκε στα νομισματοκοπία που έκοψαν νομίσματα στο όνομα του Αλεξάνδρου, τόσο κατά τη διάρκεια του 3ου αι. π.Χ. όσο και στο διάστημα μεταξύ 188 και 160 π.Χ.

Ε. Τον 1ο αι. π.Χ. η Άσσος συγκαταλέχτηκε στις πόλεις που έκοψαν το νόμισμα του λεγόμενου Κοινού των Αιολέων, με την επιγραφή ΑΙΟΛΕΙ, το οποίο μάλλον ταυτίζεται με το Κοινό της Αθηνάς του Ιλίου.

ΣΤ. Κατά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική περίοδο, η Άσσος έκοψε χάλκινο νόμισμα από τα χρόνια του Αυγούστου (30 π.Χ.-14 μ.Χ.) έως και το διάστημα εξουσίας του Σεβήρου Αλεξάνδρου (222-235 μ.Χ.).

Οι τύποι που χρησιμοποιούνται είναι η Αθηνά, ο Δίας, ο Ασκληπιός, ένα φίδι κουλουριασμένο γύρω από ένα βωμό, ένας γρύπας και μια ανδρική ή γυναικεία μορφή που κρατά ένα αγγείο.

*Ο Γρύπας ήταν ορνιθομορφική απεικόνιση κοινή στην ελληνική μυθολογία και τις παραδόσεις ευρασιατικών πληθυσμών

ΣΕΛΤΣΟΥΚΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ -ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ
Η Άσσος καταλήφθηκε από το Σελτζούκο Suleyman Shah το 1080 πριν ανακαταληφθεί από τον Αλέξιο Κομνηνό.
Κατά την Γ΄ Σταυροφορία λεηλατήθηκε από το Frederic Barbarossa, ενώ μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας η ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Αδραμμυτίου παραχωρήθηκε στον αδελφό τού Baldwin, στον Henri de Hainault.

Η λατινική κυριαρχία διατηρήθηκε για 20 χρόνια.

ΟΘΩΜΑΝΟΙ
Η Άσσος καταλήφθηκε από τον Οσμάν Α΄, το 1288, έπειτα από την νίκη του στη Λήμνο.
Εκείνα τα χρόνια η πόλη είχε ήδη παρακμάσει και περιοριστεί σε ένα μικρό χωριό.

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Η Άσσος δεν είχε αρκετή γεωργική έκταση για να καλύψει τις ανάγκες της πόλης.
Αντίθετα καλλιεργούσαν φρούτα, ελιές και αμπέλια.
Έκανε εξαγωγές μαλλιού και τα χαλιά της ήταν πολύ γνωστά.
Η Άσσος διατηρούσε εμπορικό λιμάνι μέσω του οποίου διακινούσε τα εμπορεύματα
Η πόλη αποτελούσε την πύλη της Τρωάδος προς τη Δύση, χάρη στο οργανωμένο λιμάνι της,
Ο σίδηρος και άργυρος που παρήγαγε συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της πόλης.
Υπήρχαν εργαστήρια σιδηρουργών.
Λατομεία ανδεσίτη λίθου ο οποίος, σύμφωνα με τον Πλίνιο, που κατασκεύαζαν σαρκοφάγους

3 ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΕΙΩΝ.jpg

 

ΠΡΟΣΩΠΑ

Ερμείας
Ο τύραννος Ερμείας ήταν μαθητής του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και κυβέρνησε την Άσσο, την Τρωάδα και τη Λέσβο για ένα χρονικό διάστημα, στο οποίο η πόλη γνώρισε την μεγάλη ευημερία της. Υπό την ηγεμονία του, ενθάρρυνε τους φιλοσόφους να προσέλθουν στην πόλη.

Αριστοτέλης
Το 348 π.Χ. ο Αριστοτέλης ήρθε εδώ και παντρεύτηκε την ανιψιά του βασιλιά Ερμείου, την Πυθία, πριν φύγει για τη Λέσβο, τρία χρόνια αργότερα στο 345 π.Χ

Κλεάνθης
Ο στωικός φιλόσοφος Κλεάνθης, που έζησε στον Άσσο τον α΄ μισό του 3ου αι. π.Χ..

Η ΑΣΣΟΣ ΣΗΜΕΡΑ
Κάτω από την απότομη πλευρά του λόφου που υπάρχει ο αρχαϊκός ναός της Αθηνάς στην άκρη της θάλασσας βρίσκεται ο οικισμός Behram , ο οποίος στην πραγματικότητα ονομάζεται İskele από όλους, με παλιά πέτρινα σπίτια που τώρα λειτουργούν ως πανδοχεία, ξενοδοχεία και εστιατόρια .

Η Άσσος (Behramkale) αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο δημοφιλείς αρχαιολογικούς χώρους της Μικράς Ασίας, αλλά και μία από τις πλέον μελετημένες αρχαίες ελληνικές πόλεις της Τρωάδος

 

 

 

Πλάτανα – Ερμώνασσα – Πλατάνιον – Φαρνάκια – Pulathane -Akçeabad – Akçaabat (video )

Σταύρου Π. Καπλάνογλου 

Η πατρίδα του εκ μητρός παππού μου Παναγιώτη Γρ. Ανθόπουλου 

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
Είναι μια παραθαλάσσια πόλη 12 χλμ., δυτικά της Τραπεζούντας

ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ 1922

Η πόλη, παρά τους εξισλαμισμούς, που παρατηρήθηκαν στα γύρω χωριά, μέχρι το 1923, κράτησε τον ελληνικό της χαρακτήρα, αφού, κατά την απογραφή του 1914 στις δύο Eλληνικές συνοικίες των Πλατάνων, καταγράφηκαν 2.000 κάτοικοι, όλοι Έλληνες.
Και δεν μπορούσε να μη συμβεί κάτι τέτοιο μια και θεωρείται η πατρίδα του ποντιακού χορού Σέρ(ρ)α που δεν ήταν άλλος από τον αρχαιοελληνικό χορό Πυρρίχειο.
Κράτησαν ζωντανό ένα χορό 2500 χρόνια που χόρευαν οι Αθηναίοι στα Παναθήναια και όχι μόνον .

ΤΟ ΟΝΟΜΑ
Τα Πλατανα ή αρχαία Ερμώ(o)νασσα, ή το Βυζαντινό Πλατάνιον, ήταν από τις πόλεις του Πόντου με πολύ ισχυρή και συνεχή ελληνική παρουσία, από τον Β΄ Ελληνικό Αποικισμό, μέχρι την Ανταλλαγή.
Το Ελληνικό όνομά της, η πόλη το οφείλει στο ιερό άλσος με πλατάνια, που υπήρχε εκεί, παλιότερα. Στα τούρκικα, το όνομα ερμηνεύτηκε ως «γη σιδήρου» του Pulathane και η περιβάλλουσα περιοχή έγινε «αφθονία των χρημάτων» του Akçeabad.
Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, στη θέση των Πλάτανων ήταν χτισμένη η αρχαία Ερμώνασσα, η οποία στους χρόνους του βασιλιά του Πόντου, Φαρνάκη Α’, μετονομάστηκε Φαρνάκια.

platana palas..png

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΜΙΛΗΤΟΣ
Ιδρύθηκε ως εμπορική αποικία της Μιλήτου, γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ.

ΠΕΡΣΕΣ
H πόλη ήρθε, υπό την Περσική κυριαρχία, γύρω στο 6ο αιώνα π.Χ.

Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ – ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
Μετά από μια σύντομη διακυβέρνηση κάτω από τον Μεγάλο Αλέξανδρο, τα Πλάτανα ενσωματώθηκαν στο Βασίλειο του Πόντου που ίδρυσε ο Μιθριδάτης Ι, γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ. Το 312 π.Χ

ΡΩΜΑΙΟΙ
Οι Ρωμαίοι πήραν τον έλεγχο της περιοχής, γύρω από το Τραπεζούντα, όπου βρισκόταν και τα Πλάτανα, μετά τη διάλυση του Βασιλείου του Πόντου στο 63 π.Χ.

Το φυσικό λιμάνι των Πλατάνων εξυπηρετούσε, για την Τραπεζούντα των Ρωμαίων, τις ανάγκες της Αυτοκρατορίας. Συμπληρωματικά, με αυτό της Τραπεζούντος, εκείνη την περίοδο, υπήρξαν και τα Πλάτανα, που αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Ανατολικής περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και επομένως του Πόντου .

ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Το 330 μ.Χ. εντάσσεται στην Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Αν και δέχθηκαν, αρκετές φορές, επιθέσεις από διαφορετικά έθνη και φυλές, τα Πλάτανα παρέμειναν, υπό Βυζαντινό έλεγχο ,μέχρι που η οικογένεια Κομνηνών το .1024 μ.Χ. ,εγκαθίδρυσε το δικό τους βασίλειο, με τη βοήθεια της Βασίλισσας της Γεωργίας,, Ταμάρα.

Μετά τη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το 1204, από τους Βενετούς γίνεται μέρος της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντιος . Επιβίωσε, ως Βασίλειο υποτελές, κάτω από την Αυτοκρατορία των Σελτζούκων Τούρκων, έως ότου ο σουλτάνος Mehmet II «ο κατακτητής» έθεσε την Τραπεζούντα και τα εδάφη της, τον Οκτώβριο του 1461, κάτω από την Οθωμανική αυτοκρατορία, μετά από σύγκρουση του Ναυτικού των δυο αντιπάλων.

Η πρώτη μάχη, μεταξύ του Οθωμανικού Ναυτικού και του Πολεμικού Ναυτικού Κομνηνού, έλαβε χώρα στα Δυτικά του λιμανιού των Πλατάνων και γύρω από αυτό όπου οι Τραπεζούντιοι έχασαν οκτώ πλοία.

Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν ως βάση τους, για την τελική κατάκτηση της Τραπεζούντος, που άντεξε και μέχρι το 1468, την πολιορκία, τα Πλάτανα το ” Λευκό Κάστρο – Πύργος Akcale”, που οι Οθωμανοί πέτυχαν, τελικά, την πολιορκία τους.
Κατά τη διάρκεια των αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας,τα Πλάτανα παρέμειναν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της περιοχής, υπολειπόμενα μόνον της Τραπεζούντος, στην οποία υπαγόταν διοικητικά, έως το 1880, οπότε απέκτησαν και επίσημα το καθεστώς “πόλης”, σύμφωνα με την δημοτική και διοικητική μεταρρύθμιση του 1884, που αναδιοργάνωσε τη διοικητική δομή στις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1810 οι Ρώσοι αποβιβάσθηκαν στην περιοχή των Πλατάνων (γύρω από το Salacik ), αλλά δεν παρέμειναν για πολύ .

20 Απριλίου 1916: Οι Ρωσικές δυνάμεις αποβιβάζονται και πάλι στα ΠλΆτανα και παραμένουν έως τις 17 Φεβρουαρίου 1918.

Τα Πλάτανα παραμένουν, μέχρι σήμερα, η μεγαλύτερη πόλη της Τραπεζούντος.

ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ
Πριν από την Ανταλλαγή τα Πλάτανα είχαν δύο ελληνικές συνοικίες,
τα κυρίως Πλάτανα (ή Νεσφί Πλάτανα) και
την ενορία Γιανλού (ή Γαλού)
και δύο μουσουλμανικές,
το Τιρπισάρ και τον  Ορτά-μαχαλέ.

Τα σπίτια που σώζονται, σήμερα, στον Ορταμαχαλέ χρονολογούνται από 80 έως 100 χρόνια.
Είναι χτισμένα με ξύλο, πέτρα και κεραμίδια, και σχεδιασμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε οι ένοικοι να ζουν αρμονικά με τη φύση, χειμώνα-καλοκαίρι.

Διαθέτουν πηγάδια ή στέρνες.
Είναι περιτριγυρισμένα με ψηλούς τοίχους ·οι πόρτες δεν κοιτάνε προς το δρόμο, αλλά στη θάλασσα, το ίδιο και τα πολλά παράθυρα των σπιτιών.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Στην κώμη, εκτός από τους ναούς  των Ταξιαρχών και του  Αγίου Γρηγορίου,
υπήρχε και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Η εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ, την οποία έχτισε ο Εμμανουήλ Κομνηνός για να γιορτάσει τη νίκη του επί των Σελτσούκων, (Orta mahalle).

Σώζεται, επίσης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη φέρουσα τοιχοποιία, η εκκλησία των Ταξιαρχών, η οποία διαμορφώθηκε εσωτερικά και αποτέλεσε ιδιωτική κατοικία μέχρι πρόσφατα.

Σήμερα είναι εγκαταλειμμένη στο πίσω μέρος μιας αυλής που ανήκει, επίσης, σε ιδιώτη.
Λίγο δυτικότερα της εκκλησίας των Ταξιαρχών σώζεται παρεκκλήσιο, το οποίο χρονολογείται στον 13ο-14ο αι.

ΠΑΙΔΕΙΑ
(Orta mahalle) Στην ίδια συνοικία, κοντά στον Ταξιάρχη, βρίσκεται και το Δημοτικό Σχολείο Fevzi Paşa İlköğretim Okulu, που αποτελείται από δύο κίτρινα «δίδυμα» κτήρια, το ένα εκ των οποίων στέγαζε το παλιό ελληνικό σχολείο.
Κοντά στον Άγιο Γεώργιο, βρισκόταν το Φροντιστήριο των Πλατάνων, που είχε εγκαινιαστεί το 1909, δίπλα στην εκκλησία. Σύμφωνα με την επιγραφή, που βρίσκεται στον εξωτερικό τοίχο του κτηρίου, το οικοδόμημα χτίστηκε το 1893, ως ελληνικό σχολείο.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ
Δίπλα στο σχολείο βρισκόταν η κύρια πλατεία της κώμης, το Μαγκάν’, όπου στήνονταν οι χοροί και οι γιορτές.
Στα Πλάτανα πριν από την Ανταλλαγή λειτούργησε ο Ελληνικός σύλλογος «Ερμώνασσα», με αξιόλογη πολιτιστική δράση.

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Οι κάτοικοι του ασχολούντο με την ναυτιλία γεωργία, το εμπόριο και την αλιεία, αλλά  πολλοί  γινόταν μετανάστες στην Ορθόδοξη Ρωσία ,εργαζόμενοι κυρίως στην πόλη του Βατούμ.

ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ
Κατά τη διάρκεια Α παγκοσμίου πολέμου, ο Τσαρικός στρατός κατέλαβε τα Πλάτανα Οι Ρωσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν, μετά τη επανάσταση των Μπολσεβίκων και οι Οθωμανοί επανήλθαν στα Πλάτανα, στις 17 Φεβρουαρίου 1918. Το 1923, μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την συμφωνία της Λωζάνης, οι Ελληνες κάτοικοι ήρθαν στην Μητροπολιτική Ελλάδα

ΣΗΜΕΡΑ
Σήμερα, τα Πλάτανα είναι μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.
Βρίσκεται, δυτικά της πόλης Τραπεζούντος .

Καλύπτει μια έκταση 385 km² και σε υψόμετρο 10 μέτρα από την θάλασσα.
Η πόλη έχει εκτιμώμενο πληθυσμό 48.315 (2007).

Σήμερα, τα πλατάνια έχουν αντικατασταθεί από πολυκατοικίες.

Στο βωμό του εκσυγχρονισμού έχουν καταστραφεί, επίσης πολλά αρχοντικά των Ελλήνων, παλαιών κατοίκων της πόλης. Ευτυχώς, έχουν απομείνει μερικά, στη συνοικία Ορτά-μαχαλέ (Orta mahalle).

Οι σημερινές συνοικίες φέρουν τα ονόματα:
Çolaklı ,Dürbinar ,Kayalar,Nefsipulathane ,Ortamahalle ,Osmanbaba ,Sarıtaş Yenimahalle Yaylacık

Και τα δημοτικά διαμερίσματα
Adacik ,Akçakale ,Akçakoy ,Ακπίναρ ,Ντάριτσα,Ντερέτσικ ,Dogankoy Dortyol Isiklar ,Καβάκλι ,Sogutlu ,Yildizli

Δείτε το VIDEO

Αϊβαλί – Κυδωνίες – Ayvalık – Κιδωνία – Κισθένεια – Κισθένι

Σταύρου Π. Καπλάνογλου

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ
Το Αϊβαλί βρίσκεται απέναντι από τη Λέσβο, σε απόσταση 20 χλμ. από τις ακτές του νησιού και 25 χλμ. βορειοανατολικά της πόλης της Μυτιλήνης.
ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ 1922
Στο Αϊβαλί κατοικούσαν κατεξοχήν χριστιανοί ορθόδοξοι.O πληθυσμός της πόλης κατά την προεπαναστατική περίοδο (1821 ) κυμαινόταν μεταξύ 25.000 και 40.000.
Oι Μουσουλμάνοι ήταν ελάχιστοι και  δεν ξεπερνούσαν τις 30 -40 οικογένειες  (250 )άνθρωποι .
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν το 1896 στο περιοδικό Ξενοφάνης, ο πληθυσμός ανερχόταν στις 35.000.
Στις αρχές του 20ου αιώνα ζούσαν στο Αϊβαλί 30.000-35.000 χριστιανοί ορθόδοξοι, από τους οποίους οι 4.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι.
Όλοι τους μιλούσαν Ελληνικά
Οι κάτοικοι του ήταν συνειδητοποιημένοι Έλληνες και συνεισέφεραν με τις οικονομίες  τους ,στον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία του 1821 συμπεριλαμβανομένης της περίφημης Ψωροκώσταινας μιας γυναικάς που το πραγματικό της όνομα ήταν Πανωραία Χατζηκώστα ή Χατζηκώσταινα, καταγόμενης από αρχοντική οικογένεια των Κυδωνιών ( Αϊβαλί ). Κατέφυγε στο Ναύπλιο, μετά την καταστροφή του Αϊβαλιού από τον τουρκικό στρατό (όπου έχασε και τα πέντε της παιδιά) , ο οποίος μπήκε στην πόλη στις 2 Ιουνίου 1821 και την κατέστρεψε για λόγους εκδίκησης.
Η “Ψωροκώσταινα” έμεινε γνωστή στην ιστορία ΄όταν προσέφερε τα ελάχιστα υπάρχοντά της στον έρανο που έγινε στο Ναύπλιο για την ενίσχυση των πολιορκημένων του Μεσολογγίου, το 1826. λέγοντας:
«Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι»
ΤΟ ΟΝΟΜΑ
«Αϊβαλί»,
Η ονομασία της πόλης προέρχεται από την τουρκική λέξη ayva, η οποία σημαίνει «κυδώνι».
«Κυδωνίαι».
Εκτός από την ονομασία «Αϊβαλί», η δεύτερη ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι μορφωμένοι Έλληνες ήταν «Κυδωνίαι».Η προέλευση του ονόματος αποδόθηκε και στα κυδώνια, τα γνωστά οστρακόδερμα, που υπάρχουν στη γύρω θαλάσσια περιοχή.
Σύμφωνα με άλλη θεωρία πάλι πρόκειται για αποικία της Κυδώνας της Λέσβου,και με μια άλλη συσχετίζουν το όνομα με την Κυδωνία της Κρήτης, μια και υπήρχαν αρκετοί Κρητικοί στο Αϊβαλί.
Η Κιδωνία του Πλινίου
Ξένοι ερευνητές συσχετίζουν με την αρχαία πόλη που αναφέρει ο Πλίνιος Κιδωνία που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά και κάποιοι άλλοι υποστήριξε ότι ο οικισμός πήρε το όνομά του από τις πολλές κυδωνιές, που κάποτε υπήρχαν εκεί κοντά.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
Εντοπίσθηκαν ερείπια στο Αϊβαλί και την γύρω περιοχή από την Προϊστορική Περίοδο, ειδικά από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού και την εποχή του Σιδήρου.αλλά και από την κλασσική εποχή .
Τα ερείπια τριών σημαντικών αρχαίων πόλεων βρίσκονται σε μικρή απόσταση με το αυτοκίνητο από το Αϊβαλί: η Άσσος, , η Τροία και η Πέργαμος .
Διάφοροι ιστορικοί πιστεύουν ότι στην θέση του , βρισκόταν η αρχαία Κισθένεια ή Κισθένι ήταν μια παραλιακή πόλη στην αρχαία Αιολίδα, απέναντι από τη Λέσβο, όπου υπήρχαν και ορυχεία χαλκού, πράγμα το οποίο αναφέρεται και από τον Στράβωνα

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΕΠΙ ΟΘΩΜΑΝΩΝ
Η ίδρυση του οικισμού τοποθετείται μεταξύ του 1570 και του 1580.
Οι πρώτοι οικιστές ήρθαν από τα γειτονικά παράλια της Λέσβου στην προσπάθεια να αποφύγουν τις επιδρομές των πειρατών και ίδρυσαν οικισμούς στην παραλία της Μ.Ασίας. Αργότερα, μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό, γιατί οι ενοχλήσεις εξακολούθησαν και εκεί.
Η μεγάλη ακμή του Αϊβαλιού τοποθετείται χρονικά, μετά το 1773, και αποδίδεται στα προνόμια που παραχωρήθηκαν, τότε στους χριστιανούς κατοίκους της πόλης, από την οθωμανική διοίκηση.
Η έκδοση του σχετικού φιρμανιού έγινε έπειτα από ενέργειες του γνωστού τοπικού άρχοντα Ιωάννη Οικονόμου
.Τα προνόμια ήταν ανάλογα με αυτά που είχε εξασφαλίσει η Κοζάνη με τον Χαρίση Τράντα που ήταν “’πόλη Μαλικανές”.
Όριζαν για το Αϊβαλί,  ότι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι έπρεπε να το εγκαταλείψουν, ενώ παράλληλα απαγορευόταν η εγκατάσταση άλλων
. Παράλληλα, η πόλη ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη από τον εκάστοτε διοικητή της περιφέρειας στην οποία ανήκε.
Ο μουσουλμάνος διοικητής της πόλης, ο αγάς ή βοεβόδας, οριζόταν από τους κατοίκους, οι οποίοι αναλάμβαναν και τη μισθοδοσία του.
Η οθωμανική διοίκηση όριζε τον καδή. Απαγορευόταν επίσης η διέλευση και παραμονή οθωμανικού στρατού.
Η κοινότητα, τέλος, αναλάμβανε τη συλλογή και απόδοση του φόρου,ενώ είχε ακόμη διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες.
Την περίοδο αυτή παρατηρείται μεγάλη αύξηση του πληθυσμού, που οφείλεται σε εγκατάσταση μεταναστών από την Πελοπόννησο, την  Ήπειρο, τη Θεσσαλία, αλλά και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου κυρίως από τη Λέσβο την Σύρο και την Πάτμο ,όσο και από το Ιόνιο πέλαγος
Οι Κυδωνιές, με ελληνικό πληθυσμό 30.000, στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, ένα από τα σπουδαιότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του υπόδουλου Ελληνισμού,   καταστράφηκε από τουρκικό στρατό, που μπήκε στην πόλη στις 2/6/1821 για να εκδικηθεί για την πυρπόληση τουρκικού δίκροτου στις 27/5/1821 στην Ερεσό.
Το Αϊβαλί  γνώρισε την απόλυτη καταστροφή, με την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821, από τον οθωμανικό στρατό και την  εγκατάλειψή .
Αρκετοί κάτοικοι  του επέστρεψαν,  σταδιακά από το 1827 ως το 1832, με αποτέλεσμα την επανίδρυση της πόλης.
Μετά τη λεγόμενη αποκατάσταση των προσφύγων με διάφορα διατάγματα που εκδόθηκαν.
Ακολούθησε η σταδιακή ανάπτυξη και το Αϊβαλί αναδείχθηκε, εκ νέου, σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας.

2 AIBALI.jpg

ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Το Αϊβαλί στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20υύ αιώνα αποτελούσε έδρα του ομώνυμου καϊμακαμλικιού (Δήμου )και υπαγόταν διοικητικά στο μουτεσαριφλίκι (Νομό ) του Μπαλούκεσερ και στο βιλαέτι (Περιφέρεια ) Προύσας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Εκκλησιαστικά η περιοχή ανήκε στη μητρόπολη Εφέσου.
Το 1904 και μέχρι το 1908  υπήρξε σύγκρουση των κατοίκων με τον Μητροπολίτη Ιωακείμ της Εφέσου που  οδήγησε  στην αυτονόμηση της περιοχής του Αϊβαλιού από τη μητρόπολη Εφέσου και στην ίδρυση της μητρόπολης Κυδωνιών.
Η πόλη χωριζόταν σε έντεκα ενορίες:
Του Αγίου Δημητρίου, και της Κάτω Παναγιάς ή Ζωοδόχου Πηγής, που ήταν οι μεγαλύτερες.
Ακολουθούσε εκείνη του Αγίου Γεωργίου στη μέση συνοικία όπου είχε προηγούμενα, χτιστεί το μητροπολιτικό οικοδόμημα  στα τέλη του 18ου αιώνα.
Ο ναός της Παναγίας στην κάτω συνοικία χτίστηκε το 1780, από τον Ιωάννη Οικονόμο και ήταν γνωστός και ως Παναγία των Ορφανών, ονομασία που πήρε από το μικρό βρεφοκομείο το οποίο λειτουργούσε στον περίβολό του.
Των Ταξιαρχών.
Του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Της Κοίμησης της Θεοτόκου.
Του Αγίου Γεωργίου.
Της Κάτω Παναγιάς ή Ζωοδόχου Πηγής.
Του Αγίου Χαραλάμπους.
Του Προφήτη Ηλία.
Του Αγίου Βασιλείου.
Του Αγίου Νικολάου και
Της Αγίας Τριάδος.
Στο Αϊβαλί και στη γύρω αγροτική περιοχή υπήρχαν συνολικά 65 παρεκκλήσια, εκ των οποίων δεκαπέντε μέσα στην πόλη υπήρχε δε ένα και μόνον τζαμί.
Πολιούχος θεωρούνταν ο νεομάρτυρας Γεώργιος ο Χιοπολίτης, ο οποίος μαρτύρησε στο Αϊβαλί στις 26 Νοεμβρίου του 1807, μέρα κατά την οποία εορταζόταν και η μνήμη του..
ΠΑΙΔΕΙΑ
Υπήρχαν Ελληνικά σχολεία από το το 1839 στο Αϊβαλί, όταν ιδρύθηκαν δύο αρρεναγωγεία .
Το 1860 άνοιξαν άλλα  δύο, το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων της Άνω Συνοικίας και το Δημοτικό Παρθεναγωγείο του Αγίου Γεωργίου.
Το 1873 ιδρύθηκε  σχολείο θηλέων, (Παρθεναγωγείον της Αγαθοεργού Αδελφότητος )
Το 1880 έγινε στην κάτω συνοικία σχολή αρρένων έπειτα από δωρεά  Ιδρύθηκε επίσης ένα τρίτο παρθεναγωγείο, με αποτέλεσμα να λειτουργούν τρία αρρεναγωγεία και τρία παρθεναγωγεία.
Μετά το 1880, άρχισαν να προστίθενται σταδιακά και γυμνασιακές τάξεις στο Παρθεναγωγείο του Αγίου Γεωργίου, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ημιγυμνασίου θηλέων.
Το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, όπως ονομάστηκε,και συντέλεσε σημαντικά στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης των γυναικών.
Το 1828 επανασυστήθηκε η Ακαδημία Κυδωνιών και ακολούθησαν μακρές προσπάθειες για την επαναλειτουργία της. Τομή στην εξέλιξη του ζητήματος αποτελεί το 1856, όταν έπειτα από προσπάθειες του Δημητρίου Χατζηαθανασίου, χτίστηκε στο χώρο της παλιάς Ακαδημίας σχολείο με τέσσερις αίθουσες και κατάλληλο εξοπλισμό.
Η σταδιακή επέκταση του σχολείου συνεχίστηκε μέχρι το 1884, όταν και αναγνωρίστηκε ως πλήρες γυμνάσιο από το ελληνικό κράτος.
Με  δωρεές Αϊβαλιωτών δημιουργήθηκαν διάφορες δομές για καλύτερη πρόοδο των μαθητών όπως;
Το 1904,ιδρύθηκε εργαστήριο των φυσικών επιστημών
Το 1905  ανεγέρθη σχολικό γυμναστήριο και δίπλα στο γυμναστήριο, λίγο αργότερα μετεωρολογικός σταθμός,
Τέλος,  ιδρύθηκε ακόμη και  σχολικό αγροκήπιο και προσλήφθηκε ειδικός δάσκαλος γεωπόνος. Στο χώρο του γυμνασίου λειτουργούσε και δανειστική βιβλιοθήκη με 6.000 τόμους..
Το Γυμνάσιο της πόλης με την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του,  ονομάστηκε Διδότειος, προς τιμήν του Παρισινού εκδοτικού οίκου Didot, ο οποίος την εμπλούτισε με χιλιάδες τόμους.
Λειτούργησαν και κάποια ιδιωτικά σχολεία : Δύο και ιδιωτικά νηπιαγωγεία και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στην ενορία του Αγίου Νικολάου και βιβλία, ενώ 100 έπαιρναν ρούχα και παπούτσια.
Στα τέλη του 19ου αιώνα τα δημοτικά σχολεία, αρρεναγωγεία και παρθεναγωγεία, ήταν πεντατάξια, το Κεντρικό Παρθεναγωγείο τετρατάξιο, ενώ το γυμνάσιο περιλάμβανε τριτάξιο ελληνικό σχολείο και τετρατάξιο γυμνάσιο.
Το 1914 ο αριθμός των μαθητών ανήλθε σε 2.400, οι οποίοι κατανέμονταν ως εξής:
1.100 στα αρρεναγωγεία,
850 στα παρθεναγωγεία,
300 στο γυμνάσιο και
150 στο Κεντρικό Παρθεναγωγείο.
Οι διδάσκοντες κατά την ίδια χρονική περίοδο υπερέβαιναν τους 40.

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

ΣΤΟΝ ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΟ ΤΟΜΕΑ
Η ενασχόληση στον γεωργικό τομέα των Αϊβαλιωτών είχε να κάνει, κυρίως, με την ελαιοκομία,αλλά και με αμπελουργία για παραγωγή κρασιού και επιτραπέζιων σταφυλιών, με την καλλιέργεια δημητριακών, , βελανιδιών, κηπευτικών και οπωροφόρων δέντρων.
Eκτρέφονταν πρόβατα, μοσχάρια, χοίροι και πουλερικά, χωρίς όμως να επαρκούν για τις τοπικές ανάγκες. Ουσιαστική ενασχόληση με την κτηνοτροφία παρατηρήθηκε κατά το 19ο αιώνα, μετά  την επανίδρυση της πόλης, και αφορούσε κάποιους κατόχους μεγάλων αγροκτημάτων.
Υπήρχαν αρκετοί αλιείς μιας και τα ψάρια και τα οστρακόδερμα ήταν αρκετά στην κοντινή θάλασσα , όπου υπήρχαν  και αλυκές για την  παραγωγή αλατιού .
Κατά τα τελευταία χρόνια της ιστορίας του οικισμού γνώρισε κάποια ανάπτυξη η σηροτροφία, καθώς και η μελισσοκομία,

1. AIBALI.PNG

ΣΤΗΝ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Το Αϊβαλί γνώρισε αξιόλογη βιομηχανική ανάπτυξη και έγινε σταδιακά, η δεύτερη βιομηχανική πόλη των δυτικών παραλίων της Μ. Ασίας μετά τη Σμύρνη.
Ανάπτυξη, όμως, γνώρισαν  τα ελαιοτριβεία και η οινοπνευματοποιία, η σαπωνοποιία και η βυρσοδεψία , δημιουργήθηκαν εργοστάσια επεξεργασίας δερμάτων, προερχόμενων, συνήθως από την Άπω Ανατολή και την Αμερική. Αναπτύχθηκε, σταδιακά, και βιομηχανία ζυμαρικών, ενώ από το 1860  άρχισε να αναπτύσσεται ι η αλευροποιία, έπειτα από την αντικατάσταση των παλιών αλευρόμυλων από ατμοκίνητους.  γύρω στο 1900  έγινε η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων ώχρας τα οποία είχαν βρεθεί σε λόφο κοντά στην παραλία.
Μια πληθώρα βιοτεχνικών εργαστηρίων ασχολούνταν με την κατασκευή εργαλείων χρήσιμων στην παραγωγή, όπως καλάθια για τη συλλογή ελιών και σταφυλιών, ασκούς από δέρματα βοδιών για τη μεταφορά λαδιού) και βαρέλια.
Ειδικά εργαστήρια ήταν επιφορτισμένα με το άλεσμα του φλοιού των δέντρων για τις ανάγκες της βυρσοδεψίας.
Λειτουργούσαν επίσης εργαστήρια σιδηρουργίας, επιπλοποιίας, ειδών ένδυσης και υπόδησης, κατεργασίας μετάλλων, όπως χρυσού και αργύρου αλλά και χαλκού και ορείχαλκου για τα σκεύη οικιακής χρήσης, εργαστήρια αγγειοπλαστικής, κατεργασίας μεταξιού (καζάδικα), οπλοποιίας, μαχαιροποιίας, οινοπνευματοποιίας, γουναράδικα, πλινθοποιεία και βιοτεχνία επεξεργασίας εντέρων για παραγωγή αλλαντικών.
Σε χώρους κοντά στην ακτή ειδικευμένοι τεχνίτες επισκεύαζαν πλοία. Μέλη των κατώτερων στρωμάτων, τέλος, ασχολούνταν με την υφαντουργία υπό τη μορφή οικοτεχνίας.

3 AIBALI.jpg

ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

ΕΞΑΓΩΓΕΣ
Διακίνηση λαδιού με εξαγωγές γινόταν από το 1821,  όπως  εξαγωγές γινόταν και από  σαπούνι, αλάτι και ψάρια, ενώ εισάγονταν δημητριακά και υφάσματα. πυρηνέλαιο, κατεργασμένα δέρματα, σαπούνια, πυρηνοσάπουνα και αλεύρι.
Τέλη της δεκαετίας του 1880, υπήρξε πρόσφορο έδαφος για εξαγωγές κρασιού στη γαλλική αγορά. Από το 1919 γινόταν επίσης, εξαγωγή κουκουναρόψιχας, ακατέργαστων δερμάτων αιγοπροβάτων στη Γερμανία, πέτρας από τα λατομεία του Σαμουρσάκι και οπωροκηπευτικών
ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ
Εισάγονταν δημητριακά, υφάσματα, ακατέργαστα δέρματα, καθώς και τα απαραίτητα για την κατεργασία των δερμάτων υλικά, όπως ιχθυέλαια και λίπη.
Τα περισσότερα εισαγόμενα προϊόντα προέρχονταν από τις αγορές της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης.
Την διακίνηση των εμπορευμάτων την διευκόλυνε η  αναβάθμιση των εγκαταστάσεων του λιμανιού, το οποίο, αρχικά, ήταν αβαθές και η  κατασκευή διώρυγας το 1880 .
Στο Αϊβαλί λειτουργούσαν τέσσερις αγορές, όπου σύμφωνα με εκτιμήσεις υπήρχαν περίπου 1.000 εμπορικά καταστήματα και βιοτεχνικά εργαστήρια.
Στην περιοχή του Αϊβαλιού, τέλος, διεξαγόταν λαθρεμπόριο καπνού, προερχόμενου από τις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.
Ο καπνός προοριζόταν να καλύψει ανάγκες της πόλης, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της δυτικής Μικράς Ασίας.
Η μεγάλη εμπορική κίνηση έφερε και τις τράπεζες  από το 1860 και έτσι στο Αϊβαλί άνοιξαν παραρτήματα μια σειρά από τράπεζες, όπως η Τράπεζα της Ανατολής, των Αθηνών, η Λυονική (Credit Lyonnais), η Γεωργική και από το 1907 η Τράπεζα Μυτιλήνης.
ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ
Από το  1909,  είχε ενισχυθεί η φρουρά της πόλης,και είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος, μετά από εσωτερική διαμάχη,  που είχε δημιουργηθεί,  μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων.
Οι πρόκριτοι καταδικάστηκαν από στρατοδικείο και φυλακίστηκαν.
Όσοι ασχολούνταν με τα κοινά, αλλά και οι θρησκευτικοί και εκπαιδευτικοί λειτουργοί, κατηγορήθηκαν ως εχθροί του κράτους. Μετά τη λήξη της ισχύος του στρατιωτικού νόμου, δύο μήνες αργότερα, η κατάσταση ομαλοποιήθηκε.
Οι διώξεις κατά των Χριστιανών,  επαναλήφθηκαν,  μετά  το 1914, όπου είχαν καταφύγει στο Αϊβαλί πρόσφυγες από την Πέργαμο, από τις περιοχές του Αδραμυττηνού κόλπου και από τα χωριά του δήμου Κισθήνης.
Αλλά και στην πόλη του Αϊβαλιού η κατάσταση ήταν έκρυθμη, με αποτέλεσμα κάποιοι εύποροι κάτοικοι να αναγκαστούν να καταφύγουν στη Μυτιλήνη το 1916.
Στις 14 Μαρτίου 1917 διατάχθηκε ο εκτοπισμός όλων των κατοίκων ηλικίας 18-80 ετών προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Στο Αϊβαλί παρέμειναν μόνο 256 άτομα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του στρατού και ο Μητροπολίτης.
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΟ ΑΙΒΑΛΙ
Το Αϊβαλί καταλήφθηκε από τον ελληνικό στρατό, το 1919 επέστρεψαν οι εκτοπισμένοι και άρχισε η σταδιακή ανασυγκρότηση της πόλης, η οποία διακόπηκε, όμως, εκ νέου μετά την ήττα και την αποχώρηση του ελληνικού στρατού το 1922.
Όλοι οι άντρες ηλικίας 18-45 ετών συνελήφθησαν  και επιστρατεύθηκαν στα τάγματα εργασίας, όπου πολλοί πέθαναν.
Ο Ηλίας Βενέζης , μαζί με άλλους 3.000 Αϊβαλιώτες υποχρεώθηκε να υπηρετήσει, σε αυτά, για 14 μήνες, από το 1922, σε ηλικία 18 ετών.
Ο Βενέζης ήταν ένας από τους μόλις 23 συμπατριώτες του που επιβίωσαν  και  ήρθαν στην Ελλάδα, μετά το 1923, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Θύμα του Τουρκικού φανατισμού υπήρξε και ο Μητροπολίτης Κυδωνιών, Γρηγόριος, που είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη και συνελήφθη από τον κεμαλικό στρατό στις 30 /9/1922.
Μετά από βασανισμούς, σφαγιάστηκε μαζί με δεκάδες ιερείς, τους προκρίτους της πόλης και πλήθος συμπολιτών του, στις 3/10/1922.
Τα γυναικόπαιδα  μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, με  πλοία, υπό την επιστασία του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού.
Εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.
Ειδικότερα, στη Λέσβο, όπου δημιούργησαν τις Νέες Κυδωνιές, ενώ και στο Αιγάλεω,  πρόσφυγες  ονόμασαν τον συνοικισμό τους Νέες Κυδωνιές.
ΣΗΜΕΡΑ
Στις Κυδωνίες, μετά την καταστροφή, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν Τούρκοι από τη Λέσβο και από τη Μακεδονία, καθώς και Κρητικοί μουσουλμάνοι από τις περιοχές των Χανίων και του Ρεθύμνου, οι οποίοι μέχρι σήμερα μιλούν τα Ελληνικά στην τοπική Κρητική διάλεκτο.