Έθιμα του Πάσχα στην Κοζάνη

 

Το Πάσχα στην Κοζάνη γιορτάζεται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που γιορτάζεται σε όλα τα μέρη της Ελλάδος. Εκτός από το καθαρά τυπικό θρησκευτικό λειτουργικό στα έθιμα περιλαμβάνεται το κόκκινο αυγό, το τσουρέκι, ο οβελίας κτλ.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν ορισμένα ιδιαίτερα έθιμα που μόνο στην Κοζάνη και την περιοχή της τηρούνται. Αυτά θα περιγράψουμε.

ΤΑ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΕΘΙΜΑ

Το χριστιανικό συμβολισμό του Πάσχα καθιέρωσε για πρώτη φορά ο Απόστολος Παύλος. Από την εποχή που οι χριστιανοί άρχισαν να γιορτάζουν το Πάσχα, διατήρησαν ορισμένα χαρακτηριστικά του Εβραϊκού, ενώ ταυτόχρονα προσέθεσαν άλλα. Αυτό φαίνεται από το πασχαλινό αρνί (οβελίας) και τα κόκκινα αυγά.

Πλούσια είναι η παράδοση για τον συμβολισμό των αυγών του Πάσχα. Στα Βυζαντινά χρόνια έφτιαχναν κουλούρα που στην μέση της είχε ένα κόκκινο αυγό. Το αυγό, από το οποίο βγαίνουν τα πουλιά, συμβολίζει την ζωή, ενώ το κόκκινο είναι το χρώμα της ζωής. Το βάψιμο των αυγών, για λατρευτικούς σκοπούς απαντάται σε διάφορους τόπους του κόσμου.

Πριν τη γιορτή του Πάσχα, έχουμε μία περίοδο νηστείας 50 ημερών. Η τελευταία εβδομάδα πριν από την Κυριακή του Πάσχα είναι η Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών.

Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Σαράντα μέρες κράταγε η νηστεία πριν το Πάσχα γιατί τόσες νήστεψε και ο Χριστός στην έρημο. (Αν τις μετρήσουμε από την Καθαρή Δευτέρα έως και το Μεγάλο Σάββατο είναι σαράντα οκτώ [48])! Τις τρεις πρώτες της Μεγάλης Εβδομάδας, μάλιστα, μερικές γυναίκες δεν έβαζαν στο στόμα τους τίποτα, ούτε καν ψωμί ή νερό και την τέταρτη έτρωγαν μόνο ειδικά φαγητά – καρυδόπιτα, σούπα με φασόλια, πετιμέζι. Πόσο αργά περνούσε η σαρακοστή για όσους νήστευαν -και νήστευαν οι περισσότεροι…

Η “κυρά Σαρακοστή” ήταν το ημερολόγιό τους. Την παρίσταναν ως καλογριά. Έπαιρναν μια κόλλα χαρτί και σχεδίαζαν μια γυναίκα. Δεν της έκαναν στόμα γιατί συνέχεια νήστευε και τα χέρια της ήταν σταυρωμένα γιατί όλο προσευχόταν. Είχε 7 πόδια, τις 7 βδομάδες της Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν και ένα πόδι. Το τελευταίο το έκοβαν το Μεγάλο Σαββάτο.

Το Σάββατο του Λαζάρου

Το Σάββατο του Λαζάρου ο λαός μας γιορτάζει την πρώτη Λαμπρή. Την έγερση του φίλου του Χριστού του «αγέλαστου» Λάζαρου. Είναι η μέρα που ο Χριστός νίκησε το θάνατο.

Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. Σε κάποια χωριά μάλιστα οι αγρότες δεν μαζεύουν τη σοδιά τους γιατί φοβούνται ότι οι καρποί της γης φέρουν τον θάνατο μέσα τους.

ΟΙ ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας γιορτάζουν τους Λαζάρους. Στην περιοχή του Τσιαρτσιαμπά (νότια της Κοζάνης) συναντούμε τις «ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ».

Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια έξω από τα χωριά για να μαζέψουν λουλούδια που με αυτά θα στόλιζαν το καλαθάκι τους την άλλη μέρα ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες φορώντας ειδική στολή. Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα.

Τα έθιμα του Λαζάρου στα χρόνια της σκλαβιάς είχαν κοινωνική σκοπιμότητα Στις γυναίκες και ιδίως στα νέα κορίτσια που δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι επειδή τα ήθη της εποχής και ο φόβος της αρπαγής τους από τους Τούρκους τις περιόριζαν, δίνονταν κάποιες ελευθερίες: γίνονταν αλληλογνωριμίες και νυφοδιαλέγματα και σε λίγο καιρό ακολουθούσαν τα προξενιά, τα αρραβωνιάσματα και οι γάμοι.

Κυριακή των Βαΐων

Η Κυριακή της Μεγάλης Εβδομάδας ονομάζεται έτσι, γιατί “μετά Βαΐων και κλάδων” έγινε η υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ο Χριστός μπαίνει στην πόλη χωρίς την βασιλική πολυτέλεια, καθισμένος επί πώλου όνου, αντί για ροδοπέταλα και τελετές, τα μικρά παιδιά κουνούν τα βάγια των φοινίκων, αντί να τον υποδεχτούν οι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες του τόπου.

Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια, ενώ μετά τη λειτουργία ο παπάς ευλογεί και δίνει στους πιστούς σταυρούς από βάγια, τους οποίους βάζουμε στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία.

Όλοι οι Κοζανιώτες εκκλησιάζονται και παίρνουν Βάια (βάγια) από τον Παπά της ενορίας τους. Με αυτά στολίζουν όλα τα υπάρχοντά τους. Τα σπίτια, τα μαγαζιά, τα χωράφια ακόμη και τα κάρα τους (αυτοκίνητα σήμερα)!

Την Κυριακή των Βαΐων τρώγεται ψάρι, συνήθως γριβάδι ή αν δεν βρεθεί μπακαλιάρος.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων οι Κοζανιώτες παρακολουθούν στην εκκλησία τις ακολουθίες του Θείου Δράματος. Οι γιαγιάδες, κυρίως, έπαιρναν τα παιδιά του σπιτιού στην εκκλησία. Όλα τους κουβαλούσαν μικρά καρεκλάκια ή σκαμνάκια και όλα τους είχαν καλάθια. Τα καλάθια δεν ήταν τίποτε άλλο από κεριά περίτεχνα φκιαγμένα σε διάφορα σχήματα: καλαθιού, σταυρού, αυγού κλπ. που τα άναβαν και τα ξετύλιγαν σιγά – σιγά μέχρι το τέλος της ακολουθίας. Ήταν ένα «σόφισμα» των μεγάλων για να μην κάνουν αταξίες τα μικρά γιατί ήταν συνεχώς προσηλωμένα στο ξετύλιγμα του κεριού

Μεγάλη Δευτέρα

Την Μεγάλη Δευτέρα αρχίζουν οι εργασίες της καθαριότητας του σπιτιού και του περιβόλου του. Οι γυναίκες του σπιτιού ανασκουμπώνονται για να κάνουν τις «χρονιάτικες», τις πασχαλινές εργασίες. Καθαρίζουν όλο το σπίτι, γυαλίζουν τα πατώματα και τα τζάμια και λαμποκοπούν τα κουζινικά σκεύη τους.

Παλαιότερα ασβέστωναν και τους εξωτερικούς τοίχους του σπιτιού βάφοντας με λουλακί χρώμα τα «ζνάρια», το κάτω μέρος (70 – 80 εκατ.) του τοίχου δηλαδή.

Μεγάλη Τρίτη

Η λάτρα του σπιτιού κρατούσε μέχρι αργά το μεσημέρι της Μεγάλης Τρίτης και τελείωναν λίγο πριν ετοιμαστούν για να πάνε στην εκκλησία να παρακολουθήσουν τις ακολουθίες του Θείου Πάθους.

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Το τροπάριο της Κασσιανής δεσπόζει στην ακολουθία της Μ. Τρίτης.

“Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,… μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει”. Μια γυναίκα αμαρτωλή, καταλαβαίνοντας την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, αναλαμβάνει το ρόλο της Μυροφόρου, και φέρνει στο Χριστό μύρα, πριν από τον ενταφιασμό Του. Με μια συγκλονιστική χειρονομία αγάπης, σιωπηλή, αλείφει με μύρο τα πόδια του Κυρίου, και τα σκουπίζει με τα δάκρυα και τα μαλλιά της, δείχνοντας μ’ αυτό τον τρόπο την έμπρακτη μετάνοιά της, την οποία ο Κύριος κάνει αποδεκτή! Μυροφόρος η πόρνη γυναίκα, στην ψυχή της οποίας παρέμεινε η ευαισθησία και η συναίσθηση της αμαρτωλότητας.

Επίσης, η Μ. Τρίτη είναι για την Εκκλησία αφορμή να θυμηθούμε την παραβολή των ταλάντων. Κάποιος άρχοντας πραγματοποιεί ένα μακρινό ταξίδι, και πριν φύγει μοιράζει στους δούλους του τμήματα από την περιουσία του. Στον ένα δίνει πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο, στον τρίτο ένα. Μετά την επιστροφή του οι δούλοι του δίνουν λογαριασμό. Αυτός που πήρε πέντε τάλαντα, εργάστηκε και παραδίδει συνολικά δέκα, αυτό που πήρε δύο παραδίδει τέσσερα, ενώ αυτός που πήρε ένα, το επιστρέφει, διότι θεωρεί ότι ο κύριος του είναι σκληρός και θέλει να θερίσει εκεί που δεν έσπειρε. Τότε ο άρχοντας διατάσσει να του πάρουν το τάλαντο και να το δώσουν σ’ αυτόν που έχει τα δέκα και να τον τιμωρήσουν, αποκόπτοντάς τον ουσιαστικά από την κοινωνία με τους άλλους!

Η Εκκλησία προτείνει στον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει πως ότι ξεχωριστό έχει, του δόθηκε από τον Θεό για να το καλλιεργήσει προς όφελος δικό του, αλλά κυρίως, προς όφελος των άλλων.

Μεγάλη Τετάρτη

Την Μεγάλη Τετάρτη το πρωί γίνεται η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία και το απόγευμα ή το βράδυ γίνεται το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου, όπου ο παπάς διαβάζει επτά Ευαγγέλια κι επτά ευχές για να ευλογήσει λάδι που το χρησιμοποιούμε για τη θεραπεία ψυχικών και σωματικών ασθενειών. Μετά την ακολουθία του Ευχελαίου ο ιερέας σταυρώνει τους πιστούς με λάδι στο μέτωπο, τα μάγουλα, το πρόσωπο και τα χέρια.

Το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης ο Μητροπολίτης μεταβαίνει στον Ι.Ν. του Αγίου Δημητρίου για την ακολουθία του Νιπτήρα.

Μεγάλη Πέμπτη

Ο μυστικός δείπνος

Η Μ. Πέμπτη είναι η ημέρα του Μυστικού Δείπνου. Tο πρωί γίνεται η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και λέγεται για τους πιστούς ότι είναι καλό να λάβουν τη μέρα αυτή τη θεία κοινωνία.

Από τη Μεγάλη Πέμπτη, αρχίζουν κυρίως τα πασχαλινά έθιμα.Οι Κοζανιώτες την αποκαλούν Κόκκιαν’ Πέφτ’ και όχι Μεγάλη Πέμπτη γιατί τότε βάφονται τα κόκκινα αυγά.

Το κόκκινο αυγό

Βασική ασχολία της ημέρας είναι και το βάψιμο των Αυγών. Πάσχα δίχως κόκκινα αυγά δε γίνεται. Για αυτό και η Μεγάλη Πέμπτη λέγεται επίσης και Κόκκινη Πέμπτη ή ” ΚοκκινοΠέμπτη”.

Το βάψιμο των αυγών γίνεται με ορισμένη εθιμοτυπία. Σε πολλά μέρη, είναι συγκεκριμένος ο αριθμός αυγών που θα βάψουν και οι τρόποι και τα μέσα βαφής που θα χρησιμοποιήσουν.

Σε ορισμένες περιοχές διατηρούν και κάποιες δεισιδαιμονίες: ” πχ το δοχείο όπου βάφουν τα αυγά, πρέπει να είναι καινούριο, τη βαφή δεν την βγάζουν από το σπίτι, ούτε επιτρέπεται να τη χύσουν

‘Άλλοτε γυναίκες και άντρες ασχολούνταν με το γράψιμο ή το κέντημα των αυγών. Δηλαδή ζωγράφιζαν πάνω στα αυγά με λιωμένο κερί, πουλιά ή διάφορα άλλα σχήματα. Τα χρωματιστά αυγά τα λέμε «περδίκες». Τα κορίτσια βάζουν στα αυγά και φτερά από χαρτί χρωματιστό, τους βάζουν ουρά, μύτη από ζυμάρι σαν πουλί και το κρεμούν από την οροφή.

Το αυγό, που περικλείνει μέσα του μια ζωή, έχει μια δύναμη, που σύμφωνα με μια παλιά αντίληψη, μεταδίδεται σε ανθρώπους, ζώα και φυτά. Την έννοια αυτή έχουν και τα πασχαλινά αυγά, των οποίων η δύναμη ενισχύεται και από κάποια άλλα στοιχεία.

Για παράδειγμα, όλα τα κόκκινα αυγά, δεν έχουν την ίδια χάρη. ” Θαυμαστές ιδιότητες, έχει κυρίως το αυγό της Παναγίας, το πρώτο αυγό που θα βάψουν και θα το βάλουν στο εικονοστάσι του σπιτιού ” Με το αυγό της Παναγίας, οι γυναίκες σταυρώνουν τα παιδιά ενώ μερικές φορές το αυγό έχει και κάποιες ανατρεπτικές ιδιότητες. Όπως για παράδειγμα, αν το αυγό είναι τριών χρόνων και τοποθετηθεί στην κοιλιά εγκύου γυναίκας ή ζώου, αποτρέπεται το ενδεχόμενο αποβολής ”

Τα λαήνια

Παλαιότερα οι γονείς αγόραζαν στα παιδιά τους μικρά λαήνια. Με τα λαήνια αυτά τα παιδιά κουβαλούσαν νερό από επτά βρύσες της Κοζάνης για να βαφτούν τα αυγά. Τα λαήνια δεν χωρούσαν περισσότερο από μισό λίτρο νερό και ήταν στολισμένα με χαριτωμένα πολύχρωμα σχέδια.

Ο στολισμός του Επιτάφιου

Τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν τη Νύχτα διαβάζονται τα δώδεκα Ευαγγέλια και γίνεται η τελετή της Σταύρωσης του Χριστού, η συγκίνηση της λαϊκής ψυχής για το θείο δράμα κορυφώνεται. Σε πολλά μέρη γυναίκες και κορίτσια, διανυκτερεύουν στην εκκλησία, “φυλάγουν και μοιρολογούν το Χριστό” όπως συνηθίζουν να κάνουν για κάθε αγαπημένο τους νεκρό.

Η εξαιρετική ιερότητα των όσων τελούνται στις λειτουργίες της Μ. Πέμπτης και της Μ. Παρασκευής, προσδίδει κατά τη λαϊκή πίστη, σε όλα τα αντικείμενα της λατρείας, (ύψωμα, λάδι, λουλούδια, κεριά) ξεχωριστή θεία δύναμη

Η επίσκεψη στα εξωκλήσια

Ένα άλλο έθιμο, που δεν ξέρω αν γίνεται πουθενά αλλού στον Ελλαδικό χώρο, είναι η επίσκεψη στα εξωκλήσια.

Μετά το τέλος της Σταύρωσης, την Μεγάλη Πέμπτη, οι Κοζανιώτες επισκέπτονται 3, 5 ή 7 εξωκλήσια. Ανάβουν το κεράκι τους και φέρνουν λουλούδια ή στεφάνια στον Εσταυρωμένο. Αρκετοί είναι αυτοί που Τον ξενυχτούν…

Μεγάλη Παρασκευή

Η Μεγάλη Παρασκευή, είναι ημέρα απόλυτης αργίας και νηστείας. Τρώνε εφτάζυμο ψωμί, ελιές, κρεμμύδι ή πράσο, τουρσιά, χαλβά κτλ. και δεν «στρώνουν» τραπέζι.

Σχεδόν ολόκληρη η μέρα, αφιερώνεται στην Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου και στην Ακολουθία του Επιταφίου. Ο λαός ζει με κατάνυξη το θείο δράμα. Η έντονη του επιθυμία να συμμετάσχει στο πάθος του Κυρίου, διαφαίνεται και από κάποιες απλές, ωστόσο χαρακτηριστικές του πράξεις, τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Όταν κατά το μεσημέρι, γίνει η Αποκαθήλωση και εκτεθεί σε προσκύνημα η χρυσοΰφαντη παράσταση του νεκρού Ιησού, πάνω σε φορητό κουβούκλιο, τότε αρχίζει ο στολισμός του Επιταφίου. Το στολισμό κάνουν τα κορίτσια της ενορίας, με άνθη της άνοιξης: βιολέτες, μενεξέδες, τριαντάφυλλα, λεμονανθοί. Όλα τα λουλούδια πλέκονται σε στεφάνια και γιρλάντες και ο Επιτάφιος γίνεται όλος μια κορόνα από άνθη.

Σε πολλούς τόπους, τα κορίτσια ενώ στολίζουν τον Επιτάφιο, ψάλλουν το μοιρολόγι της Παναγίας, μεγάλο θρησκευτικό τραγούδι που ιστορεί τη σταύρωση του Ιησού και εκφράζει τον πόνο της Αγίας του Μητέρας.

Και αμέσως αρχίζει η συρροή του κόσμου και το προσκύνημα του Επιταφίου. Κοπέλες με καλάθια γεμάτα λουλούδια στέκονται κοντά του και ραίνουν με μύρα το νεκρό Ιησού. Οι προσκυνητές, προπάντων γυναίκες και παιδιά αφού φιληθούν, περνούν κάτω από τον Επιτάφιο, “για να τους πιάσει η χάρη “όπως λένε.

Από το μεσημέρι και μετά οι νονοί στέλνουν τα δώρα στα βαπτιστήρια τους: ρούχα, παπούτσια, λαμπάδες, τσουρέκι, αυγό. Δεν μπορείτε να φανταστείτε με τι ανυπομονησία περιμένουν τα μικρά! Θα τα φορέσουν για να χαιρετήσουν τον Επιτάφιο!

Τις ίδιες ώρες γίνεται και ένα άλλο: Δείχνονται τα αρραβωνιάσματα! Η νύφη μαζί με τη μητέρα της επισκέπτονται τα πεθερικά (με τους οποίους «έδωκαν λόγο»). Οι δυό τους βάζουν τη νύφη στη μέση και πάνε να προσκυνήσουν τον Επιτάφιο όλων των εκκλησιών της Κοζάνης περνώντας από τους κεντρικότερους δρόμους. Με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτονται τα αρραβωνιάσματα!

Όταν νυχτώσει αρχίζει η ακολουθία και η περιφορά του Επιταφίου. Η πομπή σχηματίζεται από τα Εξαπτέρυγα και το Σταυρό μπροστά , τον Επιτάφιο και τους ιερείς πιο πίσω. Στις πόλεις προηγούνται οι μουσικοί, παίζοντας πένθιμα εμβατήρια. Ο κόσμος που ακολουθεί κρατάει στα χέρια αναμμένες λαμπάδες. Κατά διαστήματα η πομπή σταματά σε πλατείες και σταυροδρόμια και εκεί οι ιερείς ψάλλουν δεήσεις.

Ο νουνός στέλνει τα δώρα στο βαπτιστήρι

Οι αρραβωνιασμένες χαιρετούν όλους τους Επιτάφιους για να «δείξουν τον αρραβώνα. Τότε πρωτοφοριούνται τα Πασχαλιάτικα ρούχα και Παπούτσια των μικρών. Φαγητό στα όρθια: κρεμμύδι, τσουράκ’, ελιές κτλ.

Μέγα Σάββατο

Το πρωί γίνεται η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, είναι η προαναγγελία του μεγάλου γεγονότος και το βράδυ γίνεται η Ακολουθία της Αναστάσεως. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όλα τα φώτα της εκκλησίας σβήνουν και πέφτει παντού σκοτάδι. Στις 12 το βράδυ, ο ιερέας ψάλλει το “Δεύτε λάβετε φως” και βγαίνει με τη λαμπάδα του αναμμένη μέσα από την Ωραία Πύλη και δίνει φως στους εκκλησιαζόμενους.

Στη συνέχεια οι πιστοί βγαίνουν έξω από την εκκλησία, όπου ο παπάς διαβάζει το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως και μόλις τελειώσει ψάλλει το “Χριστός Ανέστη…” Αμέσως μετά αρχίζουν να πέφτουν πυροτεχνήματα και βεγγαλικά. Μετά την Ανάσταση, οι πιστοί μεταφέρουν στο σπίτι τους το Άγιο Φως. Στην είσοδο του σπιτιού τους, κάνουν, με τον καπνό της λαμπάδας, το σχήμα του σταυρού.

Μετά ανάβουν το καντήλι και προσπαθούν να το κρατήσουν τουλάχιστον τρεις με σαράντα ημέρες. Στη συνέχεια κάθονται στο Πασχαλινό τραπέζι. Στην Κοζάνη τρώνε μια ελαφριά σούπα για πρώτο πιάτο αφού τσουγκρίζουν κόκκινα αυγά. Το κυρίως πιάτο είναι το «Τσιτσιλάτο» (δες τη συνταγή παρακάτω).

Ανάσταση στα νεκροταφεία

Οι μισοί σχεδόν Κοζανιώτες κάνουν Ανάσταση τα μεσάνυχτα μαζί με τους νεκρούς τους στο νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου!

Άνδρες, Γυναίκες, παιδιά, ακόμη και στενοί συγγενείς συγκεντρώνονται γύρω από το μνήμα του νεκρού τους με αναμμένη τη λαμπάδα τους και περιμένουν το «Χριστός Ανέστη!». Μάλιστα δεν ξεχνούν να βάλουν και ένα κόκκινο αυγό πάνω στο μνήμα για να χορτάσει το χαμένο μέλος της οικογένειας.

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Μετά τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου και τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής του Πάσχα οι πιστοί κατά παλιά συνήθεια, μόλις επιστρέψουν από την Εκκλησία, παρακάθονται σε πρόγευμα και γεύονται κάποια πατροπαράδοτα φαγητά: μαγειρίτσα και σαλάτα με σαρδέλες ή ψητό της κατσαρόλας σε πολλά μέρη, τυρόπιτα και γαλατόπιτα στην Ήπειρο κ.α..

Σαν πρώτο όμως φαγητό τρώνε παντού κόκκινο αυγό, σύμφωνα με το τάμα που έκαναν το βράδυ της Αποκριάς: “με τ’ αυγό να τα’ ανοίξω!”.

Είναι κοινή συνήθεια να τσουγκρίζουν τα αυγά, δηλ. να κτυπά ο ένας τ’ αυγό του άλλου, μύτη με μύτη κ.λ.π. Τότε παίρνουν από το εικονοστάσι το κόκκινο αυγό του περασμένου χρόνου και τοποθετούν ένα καινούργιο.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Δεύτερη Ανάσταση και ο χορός των γερόντων είναι άλλο ένα από τα έθιμα της Κοζάνης που είναι μοναδικό στην Ελλάδα.

Σημαντικότερο στοιχείο του εθίμου είναι η ένδυση του Μητροπολίτη με την αρχιερατική του στολή, ενώ το σημαντικότερο είναι ο «χορός των γερόντων» γιατί γέροντες, κυρίως, συγκεντρώνονται στην αυλή του Μητροπολιτικού μεγάρου.

Σύμφωνα με το έθιμο το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα, αρχίζει η τελετή της «ένδυσης» του Μητροπολίτη που βοηθείται από τους διακόνους. Συγχρόνως ιεροψάλτες ψάλλουν. Μόλις ο Μητροπολίτης ντυθεί με το πρώτο ένδυμα οι γέροντες ξεκινούν ένα χορό τραγουδώντας

«Σήμιρα κι άιντι Γιάννο μου
Σήμιρα Χριστός Ανέστη!..………»

Στη συνέχεια Ο Μητροπολίτης φοράει το δεύτερο «ένδυμα», το τρίτο κτλ ενώ οι ψάλτες συνεχώς ψάλλουν. Σε κάθε «ένδυμα του Μητροπολίτη οι Κοζανιώτες ανταπαντούν.

Όταν τελειώσει η διαδικασία, ο Μητροπολίτης ξεκινάει να μεταβεί στον Άγιο Νικόλαο για τη Δεύτερη Ανάσταση. Σχηματίζεται μία πομπή στην οποία προηγείται η «ΠΑΝΔΩΡΑ», ακολουθούν οι «Αναστάσεις» όλων των εκκλησιών της Κοζάνης, ο κλήρος και οι πιστοί.

Μετά τη λειτουργία της Δεύτερης Ανάστασης (το ευαγγέλιο λέγεται σε 12 γλώσσες!) όλοι επιστρέφουν στο «Δεσποτικό», φιλούν το χέρι του Δεσπότη κι αυτός τους δίνει ένα κόκκινο αυγό τυλιγμένο σε τούλι.

Η “ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΪΑ”

Την Κυριακή του Πάσχα, μία μέρα που τόσο φανερά εκδηλώνεται η χριστιανική αγάπη, συνήθιζαν άλλοτε να συνάπτουν και την σχέση της αδελφοποιΐας, η οποία ανυψώνει τη φιλία σε δεσμό αδελφικής αγάπης. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι η πράξη αυτή ελάμβανε την μορφή πραγματικής ιεροτελεστίας. Όπως αναφέρουν παλαιοί Αθηναιοδίφες, στην Αθήνα (άλλοτε) στον Εσπερινό της Λαμπρής γινόντουσαν οι αδερφοποιτοί. Έπρεπε να έχουν κι ένα κορίτσι μαζί τους. Ο παπάς, αφού τους διάβαζε, τους όρκιζε στο Ευαγγέλιο, τους περίζωναν μ’ ένα μακρύ κόκκινο ζωνάρι και τους τράβαγαν προς το ιερό. Ύστερα, φιλούσαν ο ένας τον άλλον, φιλούσαν και τον παπά στο χέρι και γίνονταν αδερφοποιτοί”. Το κορίτσι απ’ τη στιγμήν αυτή το είχαν σαν αδελφή (σταυραδερφή).

Αλλού οι αδερφοποιτοί σταύρωναν τα αίματά τους, δηλ. άνοιγαν τις φλέβες τους και αναμείγνυαν το αίμα τους.

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

Το απόγευμα της Κυριακής του Θωμά γίνεται η Λιτάνευση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Ζντανιώτισας (Ελεούσα η Παντάνασσας). Την εικόνα της Παναγίας την φέρνουν καβαλάρηδες που για το λόγο αυτό μεταβαίνουν στο μοναστήρι από την προηγούμενη εκκλησιάζονται και διανυκτερεύουν εκεί. Το επόμενο πρωί, αφού εκκλησιαστούν, παραλαμβάνουν το εικόνισμα και το μεταφέρουν στον Άγιο Κωνσταντίνο της Κοζάνης το απόγευμα της Παρασκευής, εορτής της Ζωοδόχου Πηγής.

Το δρομολόγιο της λιτανείας είναι πάντοτε το ίδιο. Στον Άγιο Κωνσταντίνο ψάλλετε το πρώτο μέρος του Εσπερινού και σχηματίζεται η Ιερή πομπή που διέρχεται τους δρόμους της Κοζάνης για να καταλήξει στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου, όπου ψάλετε το δεύτερο μέρος του Εσπερινού. Σε όλη τη διαδρομή οι πιστοί κρατούν αναμμένες λαμπάδες, αυτές που περίσσεψαν από την Ανάσταση.

Ο λόγος της λιτανείας και η διαδρομή της έχουν την εξήγησή τους. Λέγεται ότι το 1918 είχε πέσει επιδημία γρίπης στην Κοζάνη και πάρα πολλοί Κοζανιώτες πέθαναν τότε. Ζήτησαν να ρθεί το Εικόνισμα της Παναγίας Ελεούσας της Παντάνασσας για τους προστατέψει με τη Χάρη Της.

Ο μοναχός που τη μετέφερε σταμάτησε στα τρία δέντρα που βρίσκονταν στον περίβολο του Αγίου Κωνσταντίνου για να ξεκουραστεί και να ξεδιψάσει και ακούμπησε το εικόνισμα στη ρίζα των δέντρων. Όταν επιχείρησε να την πάρει για να την μεταφέρει στον Άγιο Νικόλαο δεν τα κατάφερε. Η εικόνα είχε «κολλήσει» και όσα κι αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να την ξεκολλήσει. Αναγκάστηκε να πάει στον τότε Μητροπολίτη και να του εξηγήσει το συμβάν.

Ο Μητροπολίτης πήγε στον Άγιο Κωνσταντίνο, έκανε δέηση και, Ώ του θαύματος, η εικόνα ξεκόλλησε. Την μετέφεραν τότε όλοι οι Χριστιανοί στον άγιο Νικόλαο όπου έκαναν αγρυπνία. Από τότε η τελετή και το δρομολόγιο παραμένουν αναλλοίωτα. Το εικόνισμα της Παναγίας επιστρέφει στο μοναστήρι, πάλι με καβαλάρηδες την 7η Σεπτεμβρίου, παραμονές της Εορτής Της.

ΟΙ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Τσιτσιλάτου

ΥΛΙΚΑ

· ½ ή Ό αρνάκι γάλακτος.
· 1 ολόκληρη συκωταριά (μαζί με τα έντερα).
· ½ κιλό σπανάκι.
· 1 ½ κιλό φρέσκα κρεμμυδάκια.
· 1 φλιτζάνι του τσαγιού ελαιόλαδο.
· 1 κουτάλι τοματοπελτές αραιωμένος σε ζεστό νερό.
· Μία κουταλιά ξηρό δυόσμο.
· Αλατοπίπερο.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Σε ένα βαθύ ταψί βάζουμε το αρνάκι να ψήνεται ανάποδα (δηλαδή με το εσωτερικό προς τα επάνω. Παράλληλα ζεματίζουμε το σπανάκι και το στραγγίζουμε στο τρυπητό. Σε μία άλλη κατσαρόλα ζεσταίνουμε το λάδι και ρίχνουμε τα κρεμμυδάκια μαζί με το πράσινο μέρος τους που είναι κομμένα σε χοντρές ροδέλες.

Έχουμε πλύνει τη συκωταριά και έχουμε καθαρίσει καλά τα έντερα. Την συκωταριά τη ζεματίζουμε σε καυτό νερό και κατόπιν την ψιλοκόβουμε. Τα έντερα δεν τα ζεματίζουμε. Μόνο τα ψιλοκόβουμε.

Βγάζουμε το αρνάκι από το φούρνο και το βγάζουμε σε ένα άλλο ταψί. Στο ταψί που σιγοψήθηκε το αρνάκι ρίχνουμε όλα τα υπόλοιπα υλικά (δηλ. το σπανάκι, τα μαλακωμένα κρεμμυδάκια, την ψιλοκομμένη συκωταριά με τα ψιλοκομμένα έντερα, τον δυόσμο και τον αραιωμένο τοματοπελτέ), τα ανακατεύουμε καλά και τα περιχύνουμε με το λάδι. Από πάνω τοποθετούμε από την εξωτερική τώρα πλευρά το μισοψημένο αρνάκι.Τα ψήνουμε στους 220 βαθμούς έως ότου ροδοκοκκινίσει το αρνάκι και μείνουν τα υπόλοιπα υλικά μόνο με το λάδι.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Είναι το επίσημο φαγητό των Κοζανιωτών το βράδυ της Αναστάσεως μετά την απαραίτητη σούπα.

Κοκορέτσι
ΥΛΙΚΑ

2 αρνίσιες (με γλυκάδια) συκωταριές
επιπλέον γλυκάδια
2 αρνίσιες σκέπες
2 κιλά εντεράκια αρνίσια
2 λεμόνια Χυμός λεμονιού
Ρίγανη
Αλάτι
Πιπέρι

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Πλένετε τα έντερα καλά και με βελόνα πλεξίματος ή μολύβι τα γυρίζετε μέσα-έξω και τα ξαναπλένετε. (Το πλύσιμο γίνεται καλύτερα αν εφαρμόσετε τη μία άκρη από τα έντερα στη βρύση σας ή σε ένα χωνί.)
Τα βάζετε σε λεκανίτσα με το χυμό λεμονιού, να ασπρίσουν και να σφίξουν.
Κόβετε τα εντόσθια σε μέτριο μέγεθος και τα αφήνετε να στραγγίσουν.
Τα αλατοπιπερώνετε, πασπαλίζετε με τη ρίγανη και αρχίζετε να τα περνάτε στη σούβλα εναλλάξ. Στις άκρες τοποθετούμε τα κομμάτια της καρδιάς.
Όταν τελειώσετε, τα πιέζετε να μην μείνουν κενά.
Τα τυλίγετε γύρω-γύρω με τις σκέπες και πάνω από τις σκέπες τυλίγετε σφιχτά τα έντερα (Πρώτα τυλίγουμε 5 – 6 φορές το έντερο κατά μήκος της σούβλας και μετά συνεχίζουμε κάθετα στη σούβλα)

Αν δεν ψήσετε στα κάρβουνα, μπορείτε προσεκτικά να τραβήξετε τη σούβλα και να βάλετε το κοκορέτσι σε ταψί να ψηθεί στον φούρνο.
Μην προσθέσετε νερό, γιατί “βγάζει” πολλά υγρά.
Αλείφετε συχνά με τους χυμούς που υπάρχουν στο ταψί για να μη στεγνώσουν τα έντερα.

Σπληνάντιρου

Υλικά

Το παχύ έντερο μεγάλης κατσίκας
Μία συκωταριά
Ρίγανη
Αλάτι
Πιπέρι

Παρασκευή

Πλένουμε πολύ καλά το παχύ έντερο και το δένουμε σφιχτά από την μία άκρη.
Κόβουμε τη συκωταριά σε λωρίδες, τις αλατοπιπερώνουμε μαζί με τη ρίγανη και αρχίζουμε να τις τοποθετούμε στο έντερο εναλλάξ: συκώτι, πλεμόνι, γλυκάδι… πιέζοντας ώστε να γίνει ένα είδος χονδρού λουκάνικου.

Όταν τελειώσουμε, δένουμε και την άλλη άκρη σφιχτά και τοποθετούμε το γεμισμένο έντερο σε ένα ταψί με λίγο νερό και λίγο λάδι στους 200ο C για 30 – 40 λεπτά περίπου. Κάπου – κάπου το αναποδογυρίζουμε για να μη στεγνώσει. Σερβίρεται σε ροδέλες όπως και το κοκορέτσι.

Τσουρέκια

Υλικά

2 ½ κιλά σκληρό αλεύρι
1 κοφτό κουταλάκι αλάτι
180 γρ. μαγιά φούρνου (τρία καλουπάκια ΖΑΝΑΕ)
1 λίτρο χλιαρό γάλα
12 αυγά
750 γρ. ζάχαρη
500 γρ. βούτυρο λιωμένο
1 φακελάκι κακουλέ
1 φακελάκι μαχλέπι
1 φακελάκι βανίλια
2 κρόκους αυγών διαλυμένους σε λίγο νερό
αμυγδαλόψιχα σε φολίδες ή (αν θέλετε) σησάμι

Εκτέλεση

Διαλύετε τη μαγιά μέσα στο χλιαρό γάλα μαζί με το αλάτι και 1 κουταλάκι ζάχαρη. Προσθέτετε 3-4 φλιτζάνια αλεύρι και αναμιγνύετε καλά. Βάζετε το προζύμι σε ζεστό μέρος και το σκεπάζετε για να “πιάσει”. (Μόλις το προζύμι κάνει στην επιφάνεια του τρύπες είναι έτοιμο). Βάζετε το υπόλοιπο αλεύρι σε μια μεγάλη λεκάνη, κάνετε μια λακκούβα στη μέση και βάζετε εκεί το προζύμι. Χτυπάτε σ’ ένα μπολ τα αυγά με τη ζάχαρη και το βούτυρο. Προσθέτετε επίσης τη βανίλια, το μαχλέπι και το κακουλέ (καλά στουμπισμένα) και τα ρίχνετε το μίγμα στη λεκάνη. Ζυμώνετε τη ζύμη καλά, ώσπου να γίνει ομοιογενής και να ξεκολλάει από τα τοιχώματα της λεκάνης. Στη συνέχεια τη σκεπάζετε με ζελατίνη και την αφήνετε μερικές ώρες σε ζεστό μέρος 35ο – 40ο C μέχρι να διπλασιασθεί σε όγκο. Όταν η ζύμη φουσκώσει, την πλάθετε σε πλεξούδες και τα βάζετε σε μεγάλο βουτυρωμένο ταψί. Σκεπάζετε το ταψί με λαδόχαρτο και αφήνετε τα τσουρέκια σε ζεστό μέρος να φουσκώσουν (1-2 ώρες). Τα αλείφετε με τους κρόκους, τα πασπαλίζετε με την αμυγδαλόψιχα ή το σησάμι και τα ψήνετε για 35-45 λεπτά σε φούρνο προθερμασμένο στους 200C.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ
ΚΑΙ ΕΝΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΣΙΩΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

Πού η παλιά η Πασκαλιά!!!

-Έ ρα Νιάκου; Πώς σι φάνκιν;
Σ’ άρισιν η Πασχαλιά
ύστιρα ‘που τόσα χρόνια
ή θυμάσι τα παλιά;
-Να σι πώ τ’ν αλήθεια, Μήκα,
όπους τ’ άφκα δεν τα βρήκα…

Δεν σι λέου! Καλά κι τώρα.
Αμά τότι ήταν αλλιώς!
Άλλαξιν ου κόσμους Μήκα,
δεν είν’ όπους ου παλιός.
-Σε τι άλλαξιν, ρα Νιάκου;
-Πρώτα – πρώτα , Μήκα άκου!

Ιμείς τότι νήστιβάμι
απού τ’ μ΄κρή τ’ Σαρακουστή.
Έτρουγάμι ιλιά κι σκόρδου,
πού του κρέας ν’ ακουστεί;
Τώρα ντιρλικών’ αράδα.
Ακόμα κι τ’ Μιγάλ’ Βδουμάδα!

Κάτ’ φαΙά σι φκιάν λιακούτια…
Καγκαμνιά δεν έχν’ νουστμάδα.
Ά! Ρα! Παίνιψι μι ιμένα
κουκουρέτσ’ κι σουλιμάδα!
Πούν’ τα τσίτσιλα, ρα Μήκα,
πούχαν τότι τέτοια γλύκα;

Μ’ έπιρνιν, θυμούμι, ου πάππους μ’
απού μέρις στου παζάρ
κι μι διάλιγιν του πρώτου
κι του πιο παχύ μανάρ’.
Στα χουράφια όλου βουσκούσιν.
Όπ’ πάινα μ’ ακλουθούσιν!

Κι σαν έφτανιν η μέρα
να του σφάξν, κλιάματα ιγώ!!!
Μέσα στουν ουντά σφαλνιούμαν
κι δεν ήθιλα να βγώ.
Πώς τ’ αλπούμαν του καημένου,
όταν τούγλιπα σφαγμένου!!!

Μα σαν τρυουρνούσα τ’ σούγλα,
μ’ άρζιν τ’ χόβουλ’ να συμπώ
κι κρυφά, όταν κουκκίντζιν
λίγου πέτσα να τσιμπώ.
Ξαπλουμέν οι άλλ’ τραγδούσαν
κι ρακί αράδα ρφούσαν.

Κ’ ύστιρα. Αλλιώς ιτότι
τ’ χαίρουμάσταν ν Πασχαλιά!
Ύστιρα πού ένα χρόνου
έβγανάμι τα παλιά
τ’ αντιριά κι τα κουρδέλια
κι όλου χαρά κι γέλια.

Έβανάμι τα κινούρια
τα φουρέματα τ’ Λαμπρή
κ’ όλου κι καμάρουνάμι
σά να είμασταν γαμπροί!
Πού τέτοια χαρά, ρα, τώρα;
Μι κουρντίζν τα μπράμ’ όλ’ ν’ ώρα!

Ως κι σν Ικκλισιά δε μ’ άρσιν,
αρά Μήκα όπους ψέλν’
σά νάμαν Σκουλειοό μι φάνγκιν,
θάρσα ποίματα απαγγέλν!
Πού, ρα τότι οι ψαλτάδις
ψάλτσιμου κι οι παπάδις!!!

Αυτά μ’ έλιγιν τς προυάλλις
κι ου Νιανιάτσιους κι ου Προυκόπς.
-Πούν’ του «Σήμιρουν κριμάτι…»
πούλιγιν ου Παπασιώπς;
Του Σταυρό όλ’ κοίταζάμι
κι τα δάκρα σφούγγζάμι!

Και επειδή δεν τη θυμόμαστε σας γράφω και την Προσευχή που λέγεται από την Ανάσταση μέχρι την Ανάληψη.
Προσευχή μετά το Πάσχα μέχρι την Ανάληψη

Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας
και εν τοις μνήμασιν, ζωήν χαρισάμενος.
Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι.
προσκυνήσωμεν Άγιον, Κύριον, Ιησούν
τον μόνον αναμάρτητον.
Τον Σταυρόν Σου, Χριστέ, προσκυνήσωμεν
και την Αγίαν Σου Ανάστασιν
υμνούμεν και δοξάζομεν.
Συ γαρ ει ο Θεός ημών,
εκτός Σου άλλον ουκ οίδαμεν,
το όνομά σου ονομάζομεν.
Δεύτε, πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν
την του Χριστού Αγίαν Ανάστασιν.
Ιδού γαρ ήλθεν δια του Σταυρού
χαρά εν όλω τω κόσμω.
Δια παντός ευλογούντες τον Κύριον,
υμνούμεν την Ανάστασιν Αυτού.
Σταυρόν γαρ υπομείνας δι’ ημάς,
θανάτω, θάνατον ώλεσεν.
Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου, καθώς προείπεν,
έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και το μέγα έλεος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημόπουλου Ιωαν. : Τα παρά τον Αλιάκμονα Εκκλησιαστικά.
Ηλιαδέλη Στρ. : Η Δεύτερη Ανάσταση στην Κοζάνη, στα «ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ».
Παπασιώπη Λεων. : Η παλιά η Κοζάνη.
Παρδάλη Ηλία : Ξεχασμένα Κοζανιώτικα έθιμα
Σιαμπανόπουλου Κων. : Οι Λαζαρίνες.

© lias για το giapraki.com 2006

«Oυ φανός στην Κοζάνη» Νάση Αλευρά


Από την στήλη “20 χρόνια πριν”

Ο Φανός στην Κοζάνη γίνεται την αποκριά. Αποκριά είναι η λέξη από την πρόθεση «από» και «κρέας» που σημαίνει αποχή από το κρέας.

Τότες γίνονταν και μασκαράδες, καρναβάλια. Σύνθετος λέξη από «Καρνά» και «βάλε» και θα πει χαίρε κρέας.
Κι όλοι, μικροί και μεγάλοι, μεταμφιέζονταν και γλεντούσαν κάτω από την προστασία της μάσκας, της προσωπίδας που σκέπαζε έτσι την ανωνυμία τους.

Η αρχή από τούτο το έθιμο, βρίσκεται σε αρχαία ειδωλολατρικά έθιμα όπως στα Κρόνια, στα Διονύσια και στα Λουπερκάλια.

Κι έτσι φτάνουμε στον περίφημο Φανό της Κοζάνης. Φανός από το φαίνω και φαίνομαι από μακριά.
Πολλοί είναι κείνοι που συγχέουν το Φανό της Κοζάνης με το καρναβάλι. Λάθος. Ο Φανός, καμιά μα καμιά σχέση δεν έχει με τον καρνάβαλο και τις διάφορες εκδηλώσεις που τον συνοδεύουν. Οπως γίνεται σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Κι η διαφορά, έγκειται σε τούτο. Ενώ το καρναβάλι στις διάφορες πόλεις, είναι πιστή αντιγραφή του Καρναβαλιού της Βενετίας, της Νίκαιας, του Μονάχου κι άλλων ευρωπαϊκών πόλεων, ο Φανός στην Κοζάνη είναι τελείως άσχετος με τις γιορτές που γίνονται στις προαναφερόμενες πόλεις.

Ο Φανός της Κοζάνης, έχει το δικό του σήμα. Κάπως τυποποιημένο, μα το εντελώς ξεχωριστό από κάτι ανάλογο και παρόμοιο ξεφάντωμα. Ολη του η πρωτοτυπία και όλη του η αίγλη, κορυφώνεται τη νύχτα της Μεγάλης Αποκριάς, που ανάβουν οι Φανοί στις γειτονιές και γύρο – τριγύρο τραγουδούν και χορεύουν οι εορταστές. Κι έτσι δείχνει μια εικόνα που πολύ θυμίζει κάτι ανάλογες πολεμικές γιορτές της αρχαίας Ελλάδας. Και σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε αδίσταχτα να ισχυριζόμαστε, ότι είναι η συνέχεια εκείνων και ο χορός που χορεύεται (σε χρόνο 2/4), δεν είναι παρά αυτούσιος ο πυρρίχιος χορός των αρχαίων Ελλήνων.

Κι όπως τότες οι πολεμιστές πριν ξεκινήσουν για τη μάχη θυσίαζαν στους θεούς τους πάνω σε βωμούς, στη μέση ο ραψωδός με τη λύρα του, έψελνε πολεμικά θούρια κι οι στρατιώτες χορεύοντας, επαναλάμβαναν το τραγούδι σείοντας στον αέρα τ’ ακόντια και τις ασπίδες τους, έτσι και στο Φανό της Κοζάνης, χορεύουν οι φουστανελλάδες γύρω απ’ το Φανό, σείοντας στον αέρα τις χατζάρες και τα γιαταγάνια, που κρατούσαν στα χέρια τους.

Ο πρώτος που τραβούσε το χορό (ο κορυφαίος εδώ αντίς για το ραψωδό), έλεγε μια στροφή απόνα τραγούδι και το επαναλάβαναν οι άλλοι. Τραγουδώντας χτυπούσε τα χέρια ρυθμικά, το επαναλάμβαναν οι υπόλοιποι του χορού και στη συνέχεια αρχινούσαν το χορό με κινήσεις αργές και ρυθμικές, το κορμί στητό και με λυγίσματα και τσακίσματα αντάξια της λεβεντιάς τους.

Με τούτο το έθιμο της Κοζάνης αρχολήθηκαν ιδιαίτερα δικοί μας και ξένοι μελετητές των εθίμων του ελληνικού λαού. Και το τελικό τους συμπέρασμα ήταν πως ο χορός απ’ το Φανό, είναι απομεινάρι του αρχαίου πυρρίχιου χορού.
Ο Φανός, αρχινούσε απ’ τη μικρή αποκριά, της Τυρρηνής. Εστηναν στις γειτονιές το Φανό, σαν είδος βωμού καμωμένου από λιθάρια κ’ έκαιγαν πάνω τσάκνα και ξερόκλαδα, καθώς και ρίζες από καντηλίνα (φασκόμηλο). Κι αποτελούσε το προοίμιο, για το ξεφάντωμα της τρανής αποκριάς, της Τυροφάγου.

Απ’ την προηγούμενη Κυριακή ακόμα, μικροί και μεγάλοι, μ’ ένα πιάτο τσίγκινο στο χέρι, ζητούσαν από τους γειτόνους: «μια δεκάρα για το Φανό», ν’ αγοράσουν δαδί. Γιατί την τρανή την αποκριά, έκαιγαν μόνο δαδί. Κι όλοι έδιναν μ’ ευχαρίστηση, ότι προαιρούνταν, σαν έκτακτη εισφορά για την επιτυχία του φανού της γειτονιάς.
Και το βράδυ της τρανής της αποκριάς, ήταν όλα έτοιμα. Στολισμένο το αλώνι, που έστηναν το Φανό, με χάρτινες γιρλάντες, φιλουρίδια (σεπραντίνες) χάρτινα φαναράκια κι άλλα τέτοια μπιχλιμπίδια. Γύρο απ’ το Φανό, αραδιασμένα τα σαμάρια, να κάθουνται οι φίλοι κ’ οι πανηγυριώτες και τα βαένια με το κρασί να πίνουν όλος ο κόσμος και να χαίρονται την αποκριά.

Κι η κάθε γειτονιά, πάσχιζε πως να το παρουσιάσει τον καλλίτερο και τον πιο φανταχτερό Φανό, με τους πιο καλλίφωνους τραγουδισταράδες και να πει τα ωραιότερα τραγούδια απ’ το Φανό.

Πριν βγουν στο Φανό, σχωρνιούνταν όλοι μεταξύ τους. Οι μικρότεροι φιλούσαν το χέρι των γεροντότερων. Και κείνοι τους σχωρνούσαν και τους εύχονταν και του χρόνου καλλίτερα. Υστερα δειπνούσαν και μετά το δείπνο, έκαναν την χάσκα. Εδεναν μ’ ένα ράμα (μια κλωστή) ένα σφιχτό αυγό στην άκρη απ’ τον κλώστη και το τριουρνούσαν (το περιέφεραν) σ’ όλους με την αράδα (σειρά). Κι όποιος τα κατάφερνε να το χάψει στο στόμα, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του, τότρωγε κιόλας. Στο κατόπι, έβγαιναν όλοι μαζί στο Φανό. Κι ο πρώτος απ’ το Φανό (ο αρχηγός, να πούμε) τους κερνούσε όλους κρασί με την κολοκύθα, που γέμιζε απ’ τα βαένια και μεζέδες στο πινάκι. Και τους τραβούσε στο χορό.
Κείνα τα χρόνια (μα και σήμερα ακόμα, αν και γίνονται γι’ άλλους λόγους βραβεία και τα τέτοια) δεν υπήρχε μονάχα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις γειτονιές, για το ποια θα παρουσιάσει τον καλλίτερο Φανό. Υπήρχε κι ο ζήλος μεταξύ και των ίδιων των γειτόνων, ποιος θα τραγουδούσε καλλίτερα και θάλεγε το πρωτοτυπότερο τραγούδι. Και τούτο, είχε μεγάλη σημασία για τους τραγουδιστάδες. Επαιρναν θέση στη γειτονιά. Κι οι γειτόνοι, τους είχαν σε τρανή υπόληψη κι ακόμα μη βρέξει και μη στάξει.

Πρώτους τους καλούσαν στα γλέντια και στα γιορτάσια, στους αρραβώνες και στους γάμους, να τους τραγουδούν. Και στα πανηγύρια, αυτοί τραβούσαν το χορό (έσερναν το χορό, χόρευαν πρώτοι στην κορφή). Οι περιποιήσεις που τους έκαναν, ήταν περίσιες. Και τούτο, γιατί αποτελούσαν κάτι το μοναδικό το δυσεύρετο. Νεώτεροι ραψωδοί. Κι αν τύχαινε νάναι κι ανύπαντροι, χαρά στη μάνα που τους γέννησε.

Κι έλεγαν τραγούδια της αγάπης, τραγούδια κλέφτικα, της λεβεντιάς και της αντρειωσύνης και τραγούδια σατυρικά.
Κι ακόμα τραγουδούσαν και τραγούδια ξινέντραπα (αδιάντροπα) μασκαραλίτκα, «αριστοφένεια» σόκιν. Τούτα τάλεγαν κοντά τα ξημερώματα κι όταν όλοι βρίσκονταν στο τσακίρ κέφι. Το Φανό, οι τότες υπόδουλοι Κοζανίτες, τον είχαν και σαν εκδήλωση των πατριωτικών τους αισθημάτων. Κι ήταν η μοναδική ευκαιρία σ’ ολάκερο το χρόνο, να ξεφαντώσουν Ελληνοπρεπέστατα. Να κρεμούν την Ελληνική σημαία από τα παράθυρα και τους εξώστες των σπιτιών. Να στολίζουν τους Φανούς με άσπρα και γαλάζια χαρτόνια, τα χρώματα της Ελληνικής σημαίας. Και να τραγουδούν τα εμβατήρια της λεύτερης Πατρίδας χωρίς και να τολμάει να τους παρατηρήσει ο καταχτητής, πολύ περισσότερο, να τους τιμωρήσει για την ολοφάνερη τούτη ανταρσία τους ενάντια στο δυνάστη τούρκο.

Κι ενώ σε όλη την τότε οθωμανική επικράτεια, απαγορεύονταν το μασκάρεμα τις αποκριές στην Κοζάνη μοναδική εξαίρεση – όχι μονάχα επιτρεπόταν, αλλά και στέλονταν ενισχύσεις της τούρκικης αστυνομίας, να επιβάλουν την τάξη σε τυχόν κονιάρηδες ταραξίες, που μαζεύονταν στην Κοζάνη απ’ τα γύρο κονιαροχώρια, για να χαζέψουν τους Φανούς, και που θα ήθελαν να τους πειράξουν και να κάνουν φασαρία.

Τούτο το προνόμιο, το είχαν κατορθώσει οι Κοζανίτες με ειδική διαταγή του Διοικητή Βιλαετίου του κοσσυφοπεδίου, που είχε για έδρα του το Μοναστήρι, κι ύστερα από ενέργειες των επιφανών Κοζανιτών, που ζούσαν στα κράτη της Μεσευρώπης, την Αυστρία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία κ.λ.π. Κι έτσι όταν οι τζιαντερμάδες (τούρκοι χωροφύλακες) περνούσαν απ’ τους Φανούς, χαιρετούσαν στρατιωτικά κι απομακρύνονταν στα γλήγορα, να μην ενοχλήσουν αυτούς που γλεντούσαν. Ενώ ήταν γνωστό, πως οι Φανοί αποτελούσαν τόπο συγκεντρώσεως για όλους τους τότε υπόδουλους Ελληνες, όπου συνενοούνταν κι έπερναν αποφάσεις και κατά την επανάσταστη του ‘21 και στον κατοπινό Μακεδονικό Αγώνα. Και μάλιστα, σε τούτο τον τελευταίο κουβαλούσαν και μοίραζαν κρυφά τα όπλα και τα πολεμοφόδια στους αντάρτες…
Σαν έφεγγε καλά η μέρα έσβηναν το Φανό. Μάζευαν τη στάχτη και πήγαιναν και τη σκορπούσαν στο βιό (στα χωράφια και στ’ αμπέλια), να καρπίσουν και ν’ αυγατίσει η σοδειά. Σημάδι και τούτο, πως πολλές απ’ τις γιορτές των Αρχαίων Ελλήνων, διαρητούνται και σημέρ’ ακόμα απ’ τον Ελληνικό λαό, σαν συνέχεια εκείνων κι ας λένε μερικοί λαογράφοι και προ παντός ιστοριογράφοι, πως ο σημερινός Ελληνισμός δεν έχει τη ρίζα του στον παλιό, μα αποτελεί παρακλάδι απόνα γιγαντόσωμο δεντρί.

Τ’ απόγιομα της Καθαροδευτέρας, όλοι μαζί, ανέβαιναν στις μπαλαμιές (αμυγδαλιές) στον Αη – Δημήτρη και χόρευαν και γλεντούσαν με τ’ άργανα. Εκεί έκαναν επίδειξη της χορευτικής τους δεινότητας οι φουστανελλάδες, που φορούσαν τις φουστανέλλες με τα πολλά τα λαγγιόλια, τ’ ασημοκεντημένα τα πισλιά και τα τσαρούχια με τις τρανές τις φούντες.
Και με το ηλιοβασίλεμα, το σκορπούσαν και γύριζαν σπίτια τους, ν’ αναπαυτούν. Αρχινούσε η σαρακοστή.

Απ’ την Καθαροδευτέρα, κρατούσαν και το τριόϊμερο (τριήμερο) δηλαδή, τρεις μέρες συνέχεια – όσοι κρατούσαν τριόϊμερο – είχαν μέρες τέλεια αποχή από φαγητό, ψωμί και νερό. Η μόνη τους τροφή ήταν δυό καφέδες, που τους έπιναν τον ένα στις δέκα το πρωί και τον άλλο στις τέσσερις το απόγευμα.

Την πρώτη τροφή, τη λάβαιναν την Τετάρτη στις δέκα η ώρα το πρωί. Ετρωγαν την πίττα με ταχίνι.
Κι όποιος ή όποια δεν άντεχε τούτες τις τρεις μέρες χωρίς τροφή, και τύχαινε να πεθάνει τις περισσότερες φορές απ’ άλλη αιτία – δεν τον έθαφταν στο νεκροταφείο, μα στην κοπριά.

Για να μην μπορέσει να κρατήσει τριόϊμερο κι ύστερα να πεθάνει, θα πει πως ήταν αμαρτωλός και δεν του άξιζε να θαφθεί στο αιώνιο ησυχαστήριο των νεκρών. Η θέση του ήταν μακριά απ’ το νεκροταφείο στην τούμπα από κοπριά…
Κι η κάθε γειτονιά, πάσχιζε πως να το παρουσιάσει τον καλλίτερο και τον πιο φανταχτερό Φανό, με τους πιο καλλίφωνους τραγουδισταράδες και να πει τα ωραιότερα τραγούδια απ’ το Φανό.

Πριν βγουν στο Φανό, σχωρνιούνταν όλοι μεταξύ τους. Οι μικρότεροι φιλούσαν το χέρι των γεροντότερων. Και κείνοι τους σχωρνούσαν και τους εύχονταν και του χρόνου καλλίτερα. Υστερα δειπνούσαν και μετά το δείπνο, έκαναν την χάσκα. Εδεναν μ’ ένα ράμα (μια κλωστή) ένα σφιχτό αυγό στην άκρη απ’ τον κλώστη και το τριουρνούσαν (το περιέφεραν) σ’ όλους με την αράδα (σειρά). Κι όποιος τα κατάφερνε να το χάψει στο στόμα, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του, τότρωγε κιόλας. Στο κατόπι, έβγαιναν όλοι μαζί στο Φανό. Κι ο πρώτος απ’ το Φανό (ο αρχηγός, να πούμε) τους κερνούσε όλους κρασί με την κολοκύθα, που γέμιζε απ’ τα βαένια και μεζέδες στο πινάκι. Και τους τραβούσε στο χορό.
Κείνα τα χρόνια (μα και σήμερα ακόμα, αν και γίνονται γι’ άλλους λόγους βραβεία και τα τέτοια) δεν υπήρχε μονάχα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις γειτονιές, για το ποια θα παρουσιάσει τον καλλίτερο Φανό. Υπήρχε κι ο ζήλος μεταξύ και των ίδιων των γειτόνων, ποιος θα τραγουδούσε καλλίτερα και θάλεγε το πρωτοτυπότερο τραγούδι. Και τούτο, είχε μεγάλη σημασία για τους τραγουδιστάδες. Επαιρναν θέση στη γειτονιά. Κι οι γειτόνοι, τους είχαν σε τρανή υπόληψη κι ακόμα μη βρέξει και μη στάξει.
Πρώτους τους καλούσαν στα γλέντια και στα γιορτάσια, στους αρραβώνες και στους γάμους, να τους τραγουδούν. Και στα πανηγύρια, αυτοί τραβούσαν το χορό (έσερναν το χορό, χόρευαν πρώτοι στην κορφή). Οι περιποιήσεις που τους έκαναν, ήταν περίσιες. Και τούτο, γιατί αποτελούσαν κάτι το μοναδικό το δυσεύρετο. Νεώτεροι ραψωδοί. Κι αν τύχαινε νάναι κι ανύπαντροι, χαρά στη μάνα που τους γέννησε.

Κι έλεγαν τραγούδια της αγάπης, τραγούδια κλέφτικα, της λεβεντιάς και της αντρειωσύνης και τραγούδια σατυρικά.
Κι ακόμα τραγουδούσαν και τραγούδια ξινέντραπα (αδιάντροπα) μασκαραλίτκα, «αριστοφένεια» σόκιν. Τούτα τάλεγαν κοντά τα ξημερώματα κι όταν όλοι βρίσκονταν στο τσακίρ κέφι. Το Φανό, οι τότες υπόδουλοι Κοζανίτες, τον είχαν και σαν εκδήλωση των πατριωτικών τους αισθημάτων. Κι ήταν η μοναδική ευκαιρία σ’ ολάκερο το χρόνο, να ξεφαντώσουν Ελληνοπρεπέστατα. Να κρεμούν την Ελληνική σημαία από τα παράθυρα και τους εξώστες των σπιτιών. Να στολίζουν τους Φανούς με άσπρα και γαλάζια χαρτόνια, τα χρώματα της Ελληνικής σημαίας. Και να τραγουδούν τα εμβατήρια της λεύτερης Πατρίδας χωρίς και να τολμάει να τους παρατηρήσει ο καταχτητής, πολύ περισσότερο, να τους τιμωρήσει για την ολοφάνερη τούτη ανταρσία τους ενάντια στο δυνάστη τούρκο.

Κι ενώ σε όλη την τότε οθωμανική επικράτεια, απαγορεύονταν το μασκάρεμα τις αποκριές στην Κοζάνη μοναδική εξαίρεση – όχι μονάχα επιτρεπόταν, αλλά και στέλονταν ενισχύσεις της τούρκικης αστυνομίας, να επιβάλουν την τάξη σε τυχόν κονιάρηδες ταραξίες, που μαζεύονταν στην Κοζάνη απ’ τα γύρο κονιαροχώρια, για να χαζέψουν τους Φανούς, και που θα ήθελαν να τους πειράξουν και να κάνουν φασαρία.

Τούτο το προνόμιο, το είχαν κατορθώσει οι Κοζανίτες με ειδική διαταγή του Διοικητή Βιλαετίου του κοσσυφοπεδίου, που είχε για έδρα του το Μοναστήρι, κι ύστερα από ενέργειες των επιφανών Κοζανιτών, που ζούσαν στα κράτη της Μεσευρώπης, την Αυστρία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία κ.λ.π. Κι έτσι όταν οι τζιαντερμάδες (τούρκοι χωροφύλακες) περνούσαν απ’ τους Φανούς, χαιρετούσαν στρατιωτικά κι απομακρύνονταν στα γλήγορα, να μην ενοχλήσουν αυτούς που γλεντούσαν. Ενώ ήταν γνωστό, πως οι Φανοί αποτελούσαν τόπο συγκεντρώσεως για όλους τους τότε υπόδουλους Ελληνες, όπου συνενοούνταν κι έπερναν αποφάσεις και κατά την επανάσταστη του ‘21 και στον κατοπινό Μακεδονικό Αγώνα. Και μάλιστα, σε τούτο τον τελευταίο κουβαλούσαν και μοίραζαν κρυφά τα όπλα και τα πολεμοφόδια στους αντάρτες…
Σαν έφεγγε καλά η μέρα έσβηναν το Φανό. Μάζευαν τη στάχτη και πήγαιναν και τη σκορπούσαν στο βιό (στα χωράφια και στ’ αμπέλια), να καρπίσουν και ν’ αυγατίσει η σοδειά. Σημάδι και τούτο, πως πολλές απ’ τις γιορτές των Αρχαίων Ελλήνων, διαρητούνται και σημέρ’ ακόμα απ’ τον Ελληνικό λαό, σαν συνέχεια εκείνων κι ας λένε μερικοί λαογράφοι και προ παντός ιστοριογράφοι, πως ο σημερινός Ελληνισμός δεν έχει τη ρίζα του στον παλιό, μα αποτελεί παρακλάδι απόνα γιγαντόσωμο δεντρί.

Τ’ απόγιομα της Καθαροδευτέρας, όλοι μαζί, ανέβαιναν στις μπαλαμιές (αμυγδαλιές) στον Αη – Δημήτρη και χόρευαν και γλεντούσαν με τ’ άργανα. Εκεί έκαναν επίδειξη της χορευτικής τους δεινότητας οι φουστανελλάδες, που φορούσαν τις φουστανέλλες με τα πολλά τα λαγγιόλια, τ’ ασημοκεντημένα τα πισλιά και τα τσαρούχια με τις τρανές τις φούντες.
Και με το ηλιοβασίλεμα, το σκορπούσαν και γύριζαν σπίτια τους, ν’ αναπαυτούν. Αρχινούσε η σαρακοστή.

Απ’ την Καθαροδευτέρα, κρατούσαν και το τριόϊμερο (τριήμερο) δηλαδή, τρεις μέρες συνέχεια – όσοι κρατούσαν τριόϊμερο – είχαν μέρες τέλεια αποχή από φαγητό, ψωμί και νερό. Η μόνη τους τροφή ήταν δυό καφέδες, που τους έπιναν τον ένα στις δέκα το πρωί και τον άλλο στις τέσσερις το απόγευμα.

Την πρώτη τροφή, τη λάβαιναν την Τετάρτη στις δέκα η ώρα το πρωί. Ετρωγαν την πίττα με ταχίνι.
Κι όποιος ή όποια δεν άντεχε τούτες τις τρεις μέρες χωρίς τροφή, και τύχαινε να πεθάνει τις περισσότερες φορές απ’ άλλη αιτία – δεν τον έθαφταν στο νεκροταφείο, μα στην κοπριά.

Για να μην μπορέσει να κρατήσει τριόϊμερο κι ύστερα να πεθάνει, θα πει πως ήταν αμαρτωλός και δεν του άξιζε να θαφθεί στο αιώνιο ησυχαστήριο των νεκρών. Η θέση του ήταν μακριά απ’ το νεκροταφείο στην τούμπα από κοπριά…

Νάση Αλευρά

xronos-kozanis.gr

Tα τραγούδια των Φανών στην Κοζάνη -Κωμικά και αθυρόστομα [VIDEO]

Η κοζανίτικη αποκριά δεν είναι κάποιο έθιμο που αναβιώνει τις ημέρες του εορταστικού δωδεκαημέρου.

Πρόκειται για μια ζωντανή διονυσιακή γιορτή που επαναλαμβάνεται από τους κατοίκους της τους τελευταίους τρεις αιώνες. Ο πυρήνας αυτής της γιορτής είναι οι Φανοί.

Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, οθωμανική περίοδος, απελευθέρωση, πόλεμοι, πληθώρα δυσκολιών, όσο κι αν άλλαξε το αρχιτεκτονικό και χωροταξικό ανάγλυφο της πόλης -από τα αρχοντικά και τα χαμόσπιτα της εποχής έχουν μείνει ελάχιστα έως καθόλου στην πόλη για να θυμίζουν τον παλιό εαυτό της- η κοζανίτικη αποκριά δεν άλλαξε, αλλά προσαρμόστηκε στο πνεύμα των καιρών, στο μέτρο των επιθυμιών και του πάθους των ανθρώπων στα χρόνια που ακολούθησαν.

Το τραγούδι στο πολύ ιδιαίτερο κοζανίτικο γλωσσικό ιδίωμα κυριαρχεί και για κάποιον που δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένος μπορεί και να σοκάρει.

Όταν κουραστούν από το τραγούδι παίρνουν σειρά τα όργανα όπου πολυμελείς μπάντες πνευστών και χάλκινων παίζουν μουσικούς σκοπούς της Μακεδονίας.

Ηδη οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν όπως βλέπουμε στο βίντεο του kozanitv

Οι φανοί της Κοζάνης στηρίζονται στην αυθόρμητη συμμετοχή των κατοίκων της, οι οποίοι τους ετοιμάζουν και πρωτοστατούν στο γλέντι με τα παραδοσιακά αποκριάτικα τραγούδια ή τα λεγόμενα «ξινέτροπα ή σκωπτικά».
Οι φανοί σε όλη την πόλη ανάβουν κατά τις 8 το βράδυ της Μεγάλης Αποκριάς, κι αμέσως οι άνθρωποι της γειτονιάς ξεκινούν το τραγούδι.

Οι παρευρισκόμενοι σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω από τη φωτιά με τον κορυφαίο τραγουδιστή στην κορυφή του χορού και με ρυθμικό τρόπο επαναλαμβάνουν τα λόγια του υπό το χτύπημα των χεριών τους. Το κέφι αρχίζει να ανεβαίνει, το κρασί ρέει άφθονο, οι παραδοσιακές κοζανίτικες πίτες, τα γνωστά «κιχιά», κυκλοφορούν παντού και ο κύκλος γύρω απ’ το βωμό μεγαλώνει.

Στην αρχή λέγονται τραγούδια της αγάπης και του έρωτα, και ορισμένα εμπνευσμένα από τα κατορθώματα των κλεφτών κατά την Επανάσταση του 1821.

Τα πιο τολμηρά λέγονται στη συνέχεια που είναι σκωπτικά και διακωμωδούν άνδρες και γυναίκες.
Υπάρχουν όμως και κάποια που είναι μόνο για μεγάλους τα λεγόμενα «ξινέντροπα», είναι πολύ αθυρόστομα και τραγουδιούνται αργά το βράδυ, «τις ώρες δηλαδή που τα παλιά τα χρόνια οι γυναίκες με τα παιδιά επέστρεφαν στα σπίτια τους». Αυτή είναι και η πιο χαρακτηριστική στιγμή σε όλη τη διάρκεια των αποκριάτικων εκδηλώσεων στην Κοζάνη.

Στα τραγούδια των φανών έχει κυρίαρχο ρόλο ο κορυφαίος αρχιτραγουδιστής της γειτονιάς που ξέρει όλους τους στίχους των τραγουδιών και τα λέει ανάλογα με την περίσταση και το κέφι. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα «ξινεντροπα» τραγούδια χωρίς κανένα στοιχείο συστολής η ενοχής, λέγονται στον φανό της γειτονιάς μόνο στην διάρκεια του εορταστικού δωδεκαήμερου.

Σε ό,τι αφορά την καταγωγή του εθίμου, πολλοί μελετητές της λαογραφίας υποστηρίζουν την άμεση σύνδεσή του με τις αρχαίες διονυσιακές γιορτές, και τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια.
Οι αλλαγές που έχει υποστεί το έθιμο κατά την διάρκεια του χρόνου, του έχει προσδώσει περισσότερη αίγλη και έχει αγαπηθεί από χιλιάδες επισκέπτες που φθάνουν στην Κοζάνη έστω για μια φορά να τραγουδήσουν τα ερωτικά και τα «βρώμικα» τραγούδια των φανών και να χορέψουν υπό τους ήχους των χάλκινων γύρω από την φωτιά.

Την Κυριακή της Αποκριάς το μεσημέρι γίνεται η παρέλαση των αρμάτων που έχουν ετοιμάσει οι άνθρωποι των φανών με έντονα στοιχεία αυτοσαρκασμού, κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας. Το έθιμο επιβάλλει ο δήμαρχος να δίνει το έναυσμα της γιορτής με το άναμμα του φανού στην κεντρική πλατεία και στην συνέχεια ο ίδιος υπό τους ήχους των πνευστών και χάλκινων θα χορέψει τον πιο γνωστό αποκριάτικο σκοπό της περιοχής το περίφημο «έντεκα».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

iefimerida.gr

«O Φανός Αλώνια σε παλιότερες εποχές» της Φανής Φτάκα Τσικριτζή

Σήμερα ανάβει ο Φανός Αλώνια, ο Φανός αυτός τα παλιότερα χρόνια γίνονταν μπροστά από του Κουμούση το πηγάδι, επί της Μ. Αλεξάνδρου, λίγο πιο κάτω από το σημερινό Καφέ Χαρμάνι.  Είχε σταθερά σπουδαίους τραγουδιστές άνδρες αλλά και γυναίκες.

Ξακουστές κορυφαίες τραγουδίστριες του Φανού, που έβγαιναν επικεφαλής του χορού και τραγουδούσαν ήταν η Μαρία Μπιλιώνη, αδελφή του Μιχάλη  Μπηλιώνη (Χαλιούρα), ο οποίος τραγουδούσε στο Δεσποτικό στη Β’ Ανάσταση και στα Μπουντανάθκα και από το ‘60 και μετά η Κούλα Καντζούρη, που ντύνονταν πάντα τσιγγάνα και είχε φανταστική φωνή. Ο κύκλος των κορυφαίων τραγουδιστριών διευρύνονταν από τις καλλίφωνες αδελφές Δήμητρα Κοκκαλιάρη και Βαγγελιώ Τσιάνα (Τσιάνινα) υποστηριζόμενες  από τη νύφη τους Τασίτσα Ζαφείρη αλλά και από την Λέγκω (Ελένη Μπουμπόναρη) –Πεσλή, που διέθετε εξαιρετική φωνή υποστηριζόμενη από τις αδελφές της Κούλα και Τασούλα, θυγατέρες όλες του Ζήση Πεσλή του αγιογράφου. Κόρη της Τασούλας Πεσλή ήταν και μια νεώτερη αοιδός της γειτονιάς, η αείμνηστη Ανθή Κωλέτση. Στην κορυφή επίσης τραγουδούσε και η Βασιλική Μπιλιώνη.

Κορυφαίοι άνδρες τραγουδιστές ήταν ο Γιώργος Κοκκαλιάρης που καθόταν κοντά στον Αη Γιώρη, ο Μήκας Τζάλιας, παππούς των σημερινών κορυφαίων του Φανού Τάκη και του γιού του Θύμιου Τζάλια και ο Μερκούρης Καστανάρας.   Από το ‘70 όμως και μετά και για περισσότερο από 20 χρόνια κορυφαίος τραγουδιστής του Φανού ήταν ο Θοδωράκης Ιωαννίδης (Γιοβάνης), το γένος Μαμάτσιου, πρώτος ξάδελφος του Γιάννη Τσιμπέρη από το Κεραμαριό, που κληρονόμησε κι αυτός το θείο δώρο της φωνής, που διέθετε τόσο ο Γιάννης Τσιμπέρης, όσο και  η μάνα του. Την ίδια εποχή ως άλλοι σπουδαίοι τραγουδιστές αναφέρονται ο Ρούσης Πεσλής, ανηψιός της Λέγκως Καραμούζα που τραγουδούσε ως κορυφαία στο Φανό τ’ Αη Δημήτρη, ο Γιάννης Πάτσιος και ο Γιάννης Τσουμής.

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και μετά, στην κορφή του χορού τους διαδέχονται ο Τάκης Τζάλιας και ο Γιώργος Σβώλης. Στο Φανό έβγαινε όλη η γειτονιά, αλλά η παρουσία των ανδρών ήταν κυρίαρχη. Από το ‘60 και μετά στα βασικά στελέχη του Φανού συγκαταλέγονται ο Ρούσσης Πεσλής, που ήταν και κανταδόρος,  (αγαπημένο του τραγούδι «κι σεις πουλιά πετούμενα , εκεί ψηλά που πάτε»), ο Μήκας Τζάλιας, ο Μήτσος Κοκκαλιάρης, ο Ηλίας Μαγούλας, ο Γιώργος Κοκκαλιάρης, ο Σωτήρης Πάτσιος και τα ανήψια του Ηλίας και Γιάννης, ο Γιάννης Γιαπράκας, ο Βασίλης Βασιλειάδης, ο Πάνος Σταμάτης, ο Αιμίλιος Κουντουράς, ο Τάκης Αραμπατζής αλλά και στα νεότερα χρόνια ο Τάκης Κουράκλης. Το χειρότερο τραγούδι που έλεγαν ήταν το «Θαμα πουδα το Σαββάτο».

Η βασική ομάδα του Φανού ξεκινούσε τις αποκριάτικες προετοιμασίες κάνοντας την πρώτη της συγκέντρωση την Κυριακή της  Μικρής Αποκριάς στην πλατεία Αλώνια με μια μοσχαροκεφαλή στο λαδόχαρτο. Τρώγοντας και πίνοντας ξεκινούσαν την κουβέντα για τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν μέχρι την άλλη Κυριακή της Τυροφάγου, την Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς, που θα άναβε κανονικά ο Φανός. Ελλείψει στεκιού, μεγάλο μέρος των προετοιμασιών, γινόταν στο μαγαζί των Βαχτσεβαναίων, που το παραχωρούσαν εκείνες τις μέρες και στο σπίτι του Ηλία Μαγούλα, όπου και η Τασίτσα Μαγούλα (η Μαγούλαινα) έβαζε όλη την τέχνη της στην παρασκευή των απαραίτητων εδεσμάτων , κυρίως μια κουπάνα κεφτέδες  για το βράδυ της Κυριακής.

 

Ευχαριστώ  για τις πληροφορίες και το φωτογραφικό υλικό : τον Τάκη Τζάλια, Γιάννη Πάτσιο, Λόλα Μπιλιώνη,  Μιχάλη Μαγούλα, Δώρα Πεσλή, Κούλα Γκρίμπα-Πεσλή.

Φανή Φτάκα Τσικριτζή

«Ο Φανός Αριστοτέλης» της Φανής Φτάκα

Σήμερα ανάβει ο Φανός Αριστοτέλης. Ένα μικρό αφιέρωμα στους ανθρώπους του Φανού , που αν και μεροκαματιάρηδες  και με πολλές οικονομικές και άλλες δυσκολίες εκδήλωναν βαθειά πίστη και σεβασμό στο έθιμο και με εθελοντική προσφορά επί σειρά ετών  κατάφεραν να το διατηρήσουν ζωντανό και δυνατό μέχρι το 1983, χρονιά που πέρασε υπό την αιγίδα του Δήμου.

Ο πρώτος Φανός της γειτονιάς της Τρανής Αυλής ξεκίνησε να διοργανώνεται στο σταυροδρόμι μπροστά  στο σιδεράδικο του Πλάκα, (διασταύρωση 11ης Οκτωβρίου με Αρχελάου και Αριστοφάνους). Το εναρκτήριο αποκριάτικο σάλπισμα δίνονταν την Κυριακή το πρωί της Μικρής Αποκριάς από τους τοπικούς οργανοπαίχτες,  Μήτρο Μπήκα (Τζιόλα) και το γιό του Νίκο που μαζί με τον Μανώλη Καλαμπούκα έπαιρναν τα νταούλια και τους ζουρνάδες και έβγαιναν στο χώρο του Φανού σηματοδοτώντας την έναρξη της Αποκριάς.

Αργότερα,  στη δεκαετία του ‘60 ο Φανός μεταφέρθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω στο άδειο  οικόπεδο του ΟΤΕ ( Συγκρότημα), μπροστά από το χαμηλό κτήριο του Πυροσβεστείου. Στον ίδιο χώρο δίνονταν  και το συσσίτιο μετά τον Εμφύλιο. Το οικόπεδο αυτό ανήκε στον Δήμο αλλά επί δημαρχίας Πολυζούλη πουλήθηκε στον ΟΤΕ.  Ο κουρέας Μίκας Κάψας πρωτοστατούσε από παλιά στην οργάνωση του Φανού μαζί με τον Νίκο Τσιάνα και τον Γιώργο Δούρβα που ήταν και κορυφαίος τραγουδιστής του Φανού.

 

 

Το 1964, επί υφυπουργού Αμύνης Μιχάλη  Παπακωνσταντίνου οι γείτονες της «Τρανής Αυλής» ήταν οι πρώτοι  που κατασκεύασαν νουντά σε Φανό. Τον ονόμασαν «ου Νουντάς τς Τάτιους», προς τιμήν της Αναστασίας (Τάτιου)  Καντηρλιώτη, πεθεράς του Γιώργου Δούρβα, αφού αυτή τον στόλισε με στρωσίδια και κεντήματα που έφερε από το σπίτι της. Εκείνη τη χρονιά, ο Μιχαλάκης έφερε μαζί του από την Αθήνα αρκετούς  καλεσμένους, κυβερνητικά στελέχη και πολιτικούς του φίλους για να βιώσουν όλοι μαζί από κοντά το πνεύμα της Κοζανίτικης Αποκριάς. Την Κυριακή το βράδυ κάνοντας τις καθιερωμένες επισκέψεις στους Φανούς πέρασαν κι από  τον Φανό Αριστοτέλη, όπου οι Αθηναίοι πολιτικοί είδαν για πρώτη φορά σε αναπαράσταση πως ήταν ένας παλιός οντάς της Κοζάνης.

 

Ο μπαρμπα -Γιώργος, μετά τη Μεταπολίτευση, από το 1983 και μετά, όταν η οργάνωση  των Φανών πέρασε υπό την αιγίδα του Δήμου, παρέδωσε τη σκυτάλη του τραγουδιού στον ανεψιό του Θανασάκη Πάτσιο, κορυφαίο τραγουδιστή του Φανού για πολλά χρόνια ακόμη. Ο τελευταίος   ξεκινούσε το Φανό με το τραγούδι «Τώρα που πιάσκα στου χουρό …..». Σε μερικά χρόνια στους κορυφαίους προστέθηκε και ο γιός του Γιώργου Δούρβα, ο Βαγγέλης . Αγαπημένο τραγούδι του Βαγγέλη με το οποίο άρχιζε να τραγουδά ήταν το «Μανά μ΄στο περιβόλι μας» αλλά και το σατυρικό  «ο παππάς ο ραγκαβέλας».

Τραγουδούσαν όμως και γυναίκες στο Φανό. Ξακουστή ήταν  η Βαγγελιώ η Τσιάνινα, γυναίκα του Νίκου Τσιάνα, που έβγαινε στην κορφή μαζί με το Γιώργο Δούρβα και ξεκινούσε πάντα  το ακόλουθο άγνωστο τραγούδι της αγάπης :

-Πες μας αμαν κι ωχ αμάν βρε Κώστα,

ποιάν αγαπάς  στον πέρα μαχαλά που πας;

-Την Ελενίτσα τη μικρή, αμάν κι ωχ αμάν

της Βαγγελιώς την αδελφή,

σύρε μανά μ’ αμάν και ωχ αμάν,

σύρε μανά μ’ και βρες την νε,

την αγαπάω πες την νε.

Παίρνει η γριά αμάν κι ωχ αμάν,

παίρνει η γριά  τη ρόκα της,

πάει στέκεται στην πόρτα της.

-Κόρη μου ο γιός μου σ’ αγαπεί

και ντρέπεται να σου το πει.

– Κι αν μ’ αγαπάει δεν έρχεται,

τα λόγια τι τα στέλνετε;

Πες του να έρθει στις 8

να ανταμωθούμε και τα δυο

Πες του να έρθει στις 9

να μην το μάθει η γειτονιά.

Από τη Μεταπολίτευση και μετά,  ο Φανός μεταφέρθηκε στο σημείο που ανάβει και σήμερα μέσα στην πλατεία Αριστοτέλους. Εκείνη την εποχή τον Φανό διοργάνωνε μια παρέα 25 ατόμων με επικεφαλής τον Γιάννη Καραματσούκα. Συμμετείχαν ο Γιάννης , ο Φίλιππος Καραμματσούκας,  ο Θανασάκης Πάτσιος, ο Θωμάς και ο Μάρκος Γιάντσιος, ο Νίκος Διδίλης, ο Θωμάς Δούρβας, ο Δημητράκης Γιάντσιος, ο Χάτσιος (τ’ς Νταντάκους), ο Νίκος Καραδήμος, ο Βαγγέλης Δούρβας, κι από τη νεότερη γενιά από το 1983 και μετά ο Γιάννης Δούρβας, ο  Γρηγόρης Λιόνας και ο Προκόπης Διδίλης.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γιάννης Καραματσούκας, εκείνα τα χρόνια, το Σάββατο της Μεγάλης Αποκριάς χόρευε και ξενυχτούσε όλη η παρέα του στο κέντρο Ολύμπιο  διασκεδάζοντας μέχρι πρωίας. Την Κυριακή πρωί – πρωί, χωρίς να κοιμηθούν καθόλου αλλάζοντας μόνο ρούχα, πιάνονταν στη δουλειά για να ετοιμάσουν το Φανό. Όργανα έπαιρναν από Τσοτύλι, Καστοριά ή Εμπόριο.

 

 

(Πληροφορίες  Θανασάκης Πάτσιος,  Γιάννης Καραματσούκας, Βαγγέλης Δούρβας και Προκόπης Διδίλης )

Φανή Φτάκα-Τσικριτζή