giapraki.com

«Από πού και πώς να ξεκινήσουμε την πνευματική εν Χριστώ ζωή μας» Αρχιμ. Παΐσιου Παπαδόπουλου (Ηγουμένου της Ι.Μ. Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Φιλώτα)

Α. ΑΠΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ ΜΑΣ

Αυτό που λέμε πνευματική ζωή αποτελεί μυστήριο και οπωσδήποτε διακρίνεται από την ψυχική ζωή, όπως την εννοεί ο Απόστολος Παύλος, κατά την οποία ενεργούμε κυρίως ζωϊκά, ως ζωντανές υπάρξεις όχι όμως και πνευματικά, αν δεν έχουμε αναγεννηθεί εν Χριστώ.Πνευματική ζωή δεν είναι ούτε η όποια διανοητική μας δραστηριότητα, αφού και πάλι αναφέρεται στον ψυχικό άνθρωπο και όχι στο πνεύμα το οποίο υπάρχει ενωμένο με την ψυχή του ανθρώπου και τα δύο είναι ένα. Θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ότι πνευματική ζωή είναι κάτι άλλο που ενώ συνδέεται από την βιολογική μας ζωή και και εξαρτάται από την διανοητική μας εκπαίδευση των οποίων η υγεία και η ποιότητα ασφαλώς επηρεάζει τον αγώνα μας στην πνευματική σφαίρα, εν τούτοις διαφέρει απ’ αυτά αφού δεν γνωρίζεται αισθητικά, σαρκικά και διανοητικά. Πνευματική ζωή είναι η αίσθησις της ψυχής που βιώνεται όταν ενεργεί η Χάρις (ως η κοινή ενέργεια των τριών υποστάσεων της μίας Θεότητος), με τα διάφορα μέσα και τους τρόπους που μας χάρισε ο Θεός να επικοινωνούμε μαζί Του, δια των αγίων Μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, της προσευχής, της χριστοκεντρικής άσκησης και δια των αρετών που αγωνιζόμαστε να αποκτήσουμε στην εν Χριστώ ζωή. Γράφει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής: ”Εκείνος που αγαπά το Θεό με αίσθηση καρδιάς, εκείνος είναι γνώριμος του Θεού(Α΄ Κορ. 8, 3). Γιατί όσο περισσότερο δέχεται κανείς με αίσθηση ψυχής την αγάπη του Θεού, τόσο περισσότερο αυξάνει την αγάπη του στο Θεό. Ο άνθρωπος αυτός δεν παύει ποτέ με έναν σφοδρό έρωτα να επιθυμεί να γνωρίσει περισσότερο το Θεό, μέχρις ότου τον αισθανθεί και με αυτή την αίσθηση των οστών του. Δεν γνωρίζει πλέον τον εαυτό του, αλλά είναι ολόκληρος αλλοιωμένος από την αγάπη του Θεού. Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά και δεν βρίσκεται σ’ αυτόν. Βρίσκεται σ’ αυτόν με το σώμα του, αλλά ζει με την αγάπη έξω από τον κόσμο, καθώς η ψυχή του κινείται ακατάπαυστα προς το Θεό. Καθώς λοιπόν καίγεται ολοένα η καρδιά του από τη φωτιά της αγάπης, κάποιος πόθος τον σπρώχνει να προσκολληθεί στο Θεό, μια και βγήκε έξω από την αγάπη του εαυτού του εξαιτίας της αγάπης προς το Θεό. «Είτε βγήκαμε από τον εαυτό μας, το κάναμε για το Θεό, λέει ο Απόστολος· είτε σωφρονούμε, το κάνομε για σας»(Β΄ Κορ. 5, 13)”.

Χωρίς αυτή την πνευματική αίσθηση της πίστεως δεν υπάρχει και δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει η εν Χριστώ ζωή.Ο Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ σε συνομιλία του με κάποιον κτηματία Νικόλαο Μοτοβίλωφ δίνει το στίγμα τί ακριβώς είναι η πνευματική ζωή και ποιό είναι το ζητούμενο σ’ αυτήν.Να τι έγραψε σχετικά ο Μοτοβίλωφ στο σημειωματάριο του, το οποίο βρέθηκε στο αρχείο της μονής Ντιβιέγιεβο, όπου είχε γίνει μοναχή η χήρα Ελένη Μοτοβίλοβα:

 “Η ημέρα ήταν συννεφιασμένη, η γη είχε καλυφθεί από παχύ στρώμα χιονιού, το οποίο έπεφτε συνεχώς, όταν ο στάρετς Σεραφείμ με έβαλε να καθήσω δίπλα του σ’ ένα πεσμένο κορμό δένδρου.

«Ο Κύριος μου αποκάλυψε, μου είπε, ότι στην παιδική σας ηλικία επιθυμούσατε να μάθετε ποιός είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής.Σας συμβούλευαν να εκκλησιάζεσθε, να προσεύχεσθε, να κάνετε καλές πράξεις, διότι σ’ αυτά, σας έλεγαν, συνίσταται ο σκοπός της χριστιανικής ζωής.Αυτή η απάντηση όμως δεν μπορούσε να σας ικανοποιήσει.Όντως η προσευχή, η νηστεία, η αγρυπνία, όπως και όλη η χριστιανική άσκηση είναι καλά καθ’ εαυτά. Αλλά ο σκοπός της ζωής μας δεν είναι μόνο να εκπληρώσουμε αυτά, διότι αυτά είναι μόνο μέσα. Ο πραγματικός σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι αποκτήσουμε το Άγιο Πνεύμα.Πρέπει να γνωρίζετε ότι μόνο εκείνο το καλό έργο που έχει γίνει από αγάπη προς το Χριστό φέρει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.Σύμφωνα μ’ αυτά η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος είναι ο σκοπός της ζωής μας».

«-Με ποια έννοια λέτε ότι πρέπει να κερδίσουμε το Άγιο Πνεύμα; (ερώτησα εγώ), δεν το καταλαβαίνω καλά αυτό».

«-Κερδίζω σημαίνει αποκτώ, (μου απάντησε).

 Εσείς γνωρίζετε σίγουρα τι σημαίνει αποκτώ χρήματα.

 Αυτό το ίδιο ισχύει και για το Άγιο Πνεύμα.

Ο σκοπός της επίγειας ζωής για τον κοινό άνθρωπο είναι να κερδίσει χρήματα ή ν’ αποκτήσει τιμές, διακρίσεις και βραβεία.

 Το Άγιο Πνεύμα είναι επίσης κεφάλαιο και μάλιστα το αιώνιο κεφάλαιο και ο μοναδικός θησαυρός, αστείρευτος στον αιώνα.

Κάθε έργο, που έγινε από αγάπη Χριστού, φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως τούτο κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή διότι αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε.

 Μπορεί να τύχη να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μη είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία.

΄Η έχετε ενδεχομένως επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός δεν υπάρχει.

Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις.

Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα, αυτή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο, όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο, όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό, όσο και στον αδύναμο, στον υγιή όσο και στον ασθενή, στον δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό.

Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή ελκύει το Άγιο Πνεύμα.»

 «-Γέροντα, (είπα), όλη την ώρα μιλάτε για την χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει ν’αποκτήσουμε, αλλά πώς και πού μπορώ να την δω;

Τα καλά έργα είναι ορατά. Αραγε το Αγιο Πνεύμα μπορεί να γίνη ορατό;

Πώς μπορώ να γνωρίζω αν Αυτό είναι μαζί μου ή όχι;»

«-Η χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας έχει δοθεί στο βάπτισμα, λάμπει στην καρδιά μας παρά τις αμαρτίες και τα σκοτάδια που μας περικυκλώνουν.Αυτή εμφανίζεται μέσα σε άρρητο φως σ’ εκείνους, με τους οποίους ο Κύριος αναγγέλλει την παρουσία Του.Οι άγιοι Απόστολοι αισθάνθηκαν χειροπιαστά την παρουσία του Αγίου Πνεύματος.»

 Εγώ τότε ρώτησα:

«-Πώς θα μπορούσα να γίνω και εγώ προσωπικά μάρτυρας αυτού του πράγματος;»

Ο π. Σεραφείμ με αγκάλιασε και μου είπε:

«-Αγαπητέ μου, εμείς είμαστε και οι δύο τώρα εν Πνεύματι.

 Γιατί δεν με κοιτάζετε;»

«-Γέροντα, δεν μπορώ να σας κοιτάξω διότι το πρόσωπό σας έγινε φωτεινότερο από τον ήλιο και τα μάτια μου έχουν θαμβωθεί.»

«-Μη φοβήσθε, διότι και εσείς έχετε γίνει τώρα φωτοφόρος όπως και εγώ.

Έχετε και εσείς τώρα πληρωθεί από το Άγιο Πνεύμα, αλλοιώς δεν θα μπορούσατε να με δήτε έτσι όπως με βλέπετε».

Και σκύβοντας κοντά μου, μου ψιθύρισε: «-Παρακαλούσα τον Κύριο με όλη μου την καρδιά να σας αξιώσει να δήτε με τα σωματικά σας μάτια αυτή την κάθοδο του Αγίου Του Πνεύματος.

Και να, με το μέγα Του έλεος παρηγόρησε την καρδιά σας, όπως θάλπει η μητέρα τα παιδιά της.

Λοιπόν αγαπητέ μου, γιατί δεν με κοιτάζετε; Μη φοβήσθε τίποτε, ο Κύριος είναι μαζί σας!»

Τον κοίταξα και με διαπέρασε ρίγος. Φαντασθήτε τον ήλιο στην πιο δυνατή λάμψη της μεσημβρινής ακτινοβολίας του και στο κέντρο του ηλίου να βλέπετε πρόσωπο ανθρώπου, ο οποίος συνομιλεί μαζί σας.

 Βλέπετε τις κινήσεις των χειλιών του, την έκφραση των ματιών του, ακούτε τη φωνή του, αισθάνεσθε ότι το ένα του χέρι είναι απλωμένο γύρω από τον ώμο σας, αλλά δεν βλέπετε ούτε αυτό το χέρι ούτε το πρόσωπο, παρά μόνο το εκτυφλωτικό φως που απλώνεται παντού γύρω σας και φωτίζει με τη λάμψη του το χιόνι που καλύπτει το ξέφωτο και τις χιονονιφάδες που πέφτουν.

«-Τι αισθάνεσθε;» με ερώτησε.

«-Ησυχία και ειρήνη ανέκφραστη», είπα.

«-Και τι ακόμη αισθάνεσθε;»

«-Να γεμίζει η καρδιά μου από άρρητη χαρά.»

«-Αυτή η χαρά που αισθάνεσθε είναι μηδαμινή όταν συγκριθεί με εκείνη τη χαρά για την οποία έχει γραφεί: οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν.

 Σε μας δόθηκε μία σκιά μόνο της χαράς αυτής, τι να πει κανείς για την πραγματική χαρά;

Τι αισθάνεσθε ακόμη φιλόθεε;»

«-Ανέκφραστη θερμότητα», είπα.

«-Τι είδους θερμότητα;

 Είμαστε στο δάσος, τώρα είναι χειμώνας και παντού γύρω μας χιόνι…

Τι είδους θερμότητα είναι αυτή που αισθάνεσθε;»

Και εγώ αποκρίθηκα:

«-Όπως όταν λούζωμαι με ζεστό νερό.

Αισθάνομαι ακόμη ευωδία τέτοια που ποτέ μέχρι τώρα δεν έχω αισθανθεί.»

«-Ξέρω, ξέρω, είπε εκείνος, σας ερωτώ επίτηδες.

Αυτή η ευωδία που αισθάνεσθε είναι η ευωδία του Αγίου Πνεύματος.

Και αυτή η θερμότητα για την οποία μιλάτε δεν υπάρχει στην ατμόσφαιρα, αλλά μέσα μας. Θερμαινόμενοι από αυτήν οι ερημίτες δεν φοβούνταν τον χειμώνα διότι φορούσαν τον χιτώνα της χάριτος ο οποίος αντικαθιστούσε το ένδυμα.

Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν.

Η κατάσταση στην οποία τώρα βρισκόμαστε το αποδεικνύει.

 Να τι σημαίνει να είσαι πλήρης Πνεύματος Αγίου.»

«-Θα θυμάμαι το έλεος αυτό που μας επισκέφθηκε σήμερα;» ερώτησα.

«-Πιστεύω ότι ο Κύριος θα σας βοηθήσει να το διαφυλάξετε στην καρδιά σας, διότι αυτό δόθηκε όχι μόνο για μας, αλλά διά μέσου ημών και για τον υπόλοιπο κόσμο. Πορεύεσθε εν ειρήνη!

Ο Κύριος και η Παναγία ας είναι μαζί σας!»

Όταν τον άφησα το όραμα δεν είχε παύσει: ο γέροντας βρισκόταν στην ίδια θέση που είχε στην αρχή της συνομιλίας μας και το άρρητο φως που είχα ιδεί με τα μάτια μου συνέχιζε να τον περιβάλλει»(Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «΄Οσιος Σεραφείμ του Σαρώφ»).

Η πνευματική, λοιπόν, αυτή αίσθησις του εσωτερικού μας κόσμου αντιλαμβάνεται ότι είναι πνευματικό, και στρέφει με ενδιαφέρον και θέρμη την διάθεσή μας σε ότι συγγενεύει με το πνεύμα, το οποίο μας ενεφύσησε ο Δημιουργός την στιγμή που μας έφερε ως ανθρώπινο γένος στην ύπαρξη, στο πρόσωπο του προπάτορά μας Αδάμ κατά τη πλάση μας. Αυτό το πνεύμα που μας κάνει να διαφέρουμε από τα ζώα, αναζητά τον Θεό και βρίσκει ανάπαυση μόνο κοντά του. Διψά για λόγο Θεού, πεινά για μέθεξη της Χάριτος, γι’ αυτό και θέλει να λατρεύσει τον Κύριο. Και πάλι ο άγιος Διάδοχος θα πει: «Όπως οι αισθήσεις του σώματος μας παρακινούν με βίαιο τρόπο προς αυτά που μας φαίνονται καλά, έτσι και η αίσθηση του νου, όταν γευθεί τη θεία αγαθότητα, συνηθίζει να μας οδηγεί προς τα αόρατα αγαθά. Το καθένα από αυτά ορέγεται εκείνα με τα οποία συγγενεύει. Η ψυχή ως ασώματη επιθυμεί τα ουράνια αγαθά, ενώ το σώμα ως χώμα που είναι επιθυμεί την επίγεια απόλαυση. Λοιπόν, τότε θα δοκιμάσομε χωρίς πλάνη την άϋλη αίσθηση, όταν μπορέσομε να λεπτύνομε την ύλη (το σώμα) με τους κόπους της ασκήσεως».  Όταν όμως ο άνθρωπος καταστεί πνευματικά αναίσθητος επειδή έδειξε αμέλεια στα πνευματικά και πέρασε τον καιρό του στην αμαρτία παραλύει και δεν έχει όρεξη για τίποτε το πνευματικό, ούτε καν να ακούσει θέλει κάτι τέτοιο, αφού ζεί για να ικανοποιεί μόνο τις βιολογικές του ανάγκες και τις σαρκικές του ορέξεις, κινουμένος κυρίως μεταξύ των αισθήσεων και της φαντασίας, πηγαίνοντας από το κακό στο χειρότερο, έχοντας συνάμα όμως και τέτοια βαρυθυμία που δυσκολεύεται ακόμη και που ζει. Η αλλοπρόσαλλη αυτή πνευματική κατάσταση του πιστού που έχασε την Χάρι δεν του επιτρέπει ούτε καν να αναλογισθεί με νηφαλιότητα από πού και για ποιό λόγο εξέπεσε. Επομένως, αγνοεί τί πρέπει να πράξει και γι αυτό δέχεται αλλαπάλληλα χτυπήματα από τον δαίμονα με ολοένα και σφοδρότερους πειρασμούς και έχοντας σειρά πνευματικών πτώσεων φτάνει ακόμη και στην απόγνωση. Αισθάνεται, καθώς είναι πληγωμένος, ότι κάτι πρέπει να κάνει αλλά η διάχυση του νοός από τον ακατάσχετο μετεωρισμό  της διανοίας και η παγίωση της ψυχικής αναισθησίας από την προηγούμενη αδιάφορη και συνοδευμένη με πνευματική αμέλεια ζωή δεν τον αφήνουν καν να βάλει αρχή. Διαπιστώνει την έκταση της πνευματικής του αναισθησίας στην οποία περιήλθε, όμως μόνος του δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα και να φέρει το αποτέλεσμα. Και πώς να αρχίσει, αφού ούτε καν γνωρίζει το σημείο απ’ το οποίο πρέπει να εκκινήσει. Έτσι παραδίδεται καθημερινά στους πειρασμούς που κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος στην ενδοχώρα του, αφού η αμαρτία που χρονίζει στην ψυχή δημιουργεί το αντίστοιχο πάθος. Ως εκ τούτου περιπλέκεται σε τέτοια κατάσταση ο άνθρωπος που για να εξέλθει χρειάζεται θεία επέμβασις ώστε να ενεργήσει η Χάρις. Πώς, όμως να ενεργήσει η Χάρις στον άνθρωπο που έχει ελεύθερη βούληση και είναι αυτεξούσιος, αν δεν το ζητήσει; Οπωσδήποτε, βασική προϋπόθεση είναι  το πού θα στραφεί η θέλησίς του! Ο Θεός ζητά από μας καρπούς θελήσεως, γι αυτό και δεν καταργεί την ελευθερία μας αλλά θέλει και εμείς να συνεργήσουμε, για να έχει Αυτός το δικαίωμα να επέμβει. Έτσι, δεν ισχύει η τυχαιότητα ούτε, βέβαια, η “άδικη” μοίρα μας αλλά ευθυνόμαστε οι ίδιοι για τις ενσυνείδητες κακές επιλογές μας. Η ζωή μας υφαίνεται από τον προσωπικό μας αργαλειό επί των κληρονομικών μας καταβολών και των επιδράσεων που δεχθήκαμε στην πορεία του βίου μας από την όποια παιδεία, στο σπίτι, στο σχολείο, στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση, τον χώρο εργασίας, το κοινωνικό μας περιβάλλον και όχι μόνο. Σαφώς όλα αυτά μας επηρέασαν καθοριστικά, δίχως όμως την ελεύθερη αναζήτηση της οδού στην οποία τελικά καταλήξαμε ως αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών ή την αυτοπροαίρετη προσωπική μας συγκατάθεσή δεν υπήρχε περίπτωση να συρθούμε άκοντες εκεί όπου δεν μας ήταν αρεστό. Συνεπώς αυτοπροσδιοριζόμαστε με βάση την κρίση και την συνείδησή μας γι’ αυτό ας μην επιρρύπτουμε ευθύνες στους άλλους. Οπωσδήποτε, όσο ζούμε καθορίζουμε διαρκώς την εξέλιξή  μας, γι’ αυτό ας μην φτάνουμε στην απόγνωση και ας ξεκινούμε επαναπροσδιορίζοντας την πορεία μας, ξανά και ξανά, μέχρι να βρούμε τον δρόμο μας!

Δεν θα ανταπτύξω στο σημείο αυτό τις περιπτώσεις που κάποιος δεν βαπτίσθηκε, ούτε και το αν δεν έζησε τίποτε το πνευματικό, όπως το εννοεί η Ορθόδοξος Εκκλησία. Γιατί, το τί θεωρεί κανείς πνευματικό, υποκειμενικά, διαφέρει όσο ο ουρανός με την γη! Το θέμα είναι αντικειμενικά ή, πιο σωστά, πόσο αληθινά ανακαλύψαμε μέσα μας την πνευματική μας φύση και τις λειτουργίες της και, αν κάναμε κάτι σε αυτό το επίπεδο για να μορφοθούμε, να φτάσουμε δηλαδή από το “κατ’ εικόνα” στο “καθ’ ομοίωσιν”. Διότι, η εκπαίδευσή μας σήμερα με πολλές γνώσεις και πλούσια πληροφορία καλλιεργούν τον άνθρωπο από την αίσθηση μέχρι την διάνοια. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μόνο αυτό.Υπενθυμίζω, ότικαι μόνο οι γνωστικές δυνάμεις της υπάρξεώς μας -διότι υπάρχουν και άλλες ομάδες δυνάμεων- από κάτω προς τα πάνω είναι: η αίσθησις, η φαντασία, η κρίση (γνώμη), η διάνοια αλλά και ο νους. Ο νους όμως δεν είναι η διάνοια, όπως εσφαλμένα πολλοί θεωρούν, αλλά είναι η ανώτερη γνωστική δύναμη της ψυχής που έχει δύο ενέργειες μία προς τα πάνω να θεωρεί, να ορά τον Θεό με την εποπτική δύναμη που έχει ως οφθαλμός της ψυχής και μία προς τα κάτω να κατοπτεύει τον εσωτερικό μας κόσμο ως ηγεμόνας νους και να κυβερνά την πολυμέριστη ζωή μας. Αυτή λοιπόν η δύναμη, η οποία ανήκει και στην τριάδα του κατ’ εικόνα, άλλη ομάδα, με την οποία όμως τριάδα δυνάμεων δεν συνδέονται μόνο οι γνωστικές δυνάμεις δια μέσου του νου στον οποίο έχουν την αναφορά τους αλλά και οι ζωτικές που λέγονται και ορεκτικτικές -κάποιοι το αρχαίο ελληνικό “ορεκτικαί” το μεταφράζουν θελητικές- δια μέσου του πνεύματος αλλά το παθητικό της ψυχής, θυμικό και επιθυμητικό, δια μέσου του λόγου που συνιστά το λογιστικό μας. Για να καταστήσω πιο σαφές αυτό που επισημαίνω, από την προσωπική μου έρευνα στην νηπτική γραμματεία, όπου βρήκα την ομαδοποίηση των δυνάμεων όχι όμως και τον μεταξύ τους συσχετισμό άμεσα και συστηματοποιημένο, κατέληξα στο ότι από την τριάδα του κατ’ εικόνα νου, λόγου και πνεύματος ξεκινούν τρεις “κλίμακες”, ομάδες δυνάμεων διαβαθμισμένες που κάθε μία φθάνει στις διανοητικές και σωματικές λειτουργίες αφικνούμενη από την κορυφή της τριάδος ως εξής:

Ø Νους↔Διάνοια↔Δόξα↔Φαντασία↔Αίσθηση

Ø Λόγος↔Θυμικό↔Επιθυμητικό

Ø Πνεύμα↔Θέληση↔Βούληση↔Προαίρεση

Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά καθώς αυτές οι δυνάμεις -και όχι μόν αυτές αλλά και οι υπόλοιπες που θα σημειωθούν έπειτα- σχετίζονται με πολλούς τρόπους μεταξύ τους αλλά και όλες μαζί και ομαδικώς και μεμονομένως με το σώμα, τον βιολογικό μας οργανισμό, και αυτός πάλι με αυτές, αντίστροφα, επηρεαζόμενος και επηρεάζοντας αυτές, διότι ο άνθρωπος είναι και τα δύο μαζί και όχι μόνο το ένα. Και αυτό φαίνεται απ’ το ότι, όταν χωριστεί το ένα από το άλλο δεν έχουμε τελικά τον άνθρωπο. Και αυτό είναι ο βιολογικός θάνατος!

Πάντως, όταν από υπαιτιότητα δική μας χάσουμε την Χάρι που είναι η ζωή της ψυχής μας και δοκιμάζουμε τα οψώνια της αμαρτίας που είναι ο πνευματικός μας θάνατος χρειάζεται τρόπος για να επιστρέψουμε με μετάνοια στον Θεό. Και λέω τρόπο, αν και τρόποι και οδοί μετανοίας υπάρχουν πολλοί, διότι το πρώτο πρόβλημα που θα συναντήσουμε είναι το να μην θέλουμε να κάνουμε τίποτα από τα πνευματικά. Τότε, όμως, από που να αρχίσει κανείς; Αναζήτηση και απαισιοδοξία μαζί. Ένα μαρτύριο χωρίς τελειωμό και χωρίς ελπίδα. Φαύλος κύκλος! Η κατάσταση αυτή είναι μια πρόγευση της κολάσεως από την οποία όμως δεν θέλει να κάνει και κάτι, το στοιχειώδες, για να βγει. Που να μπορέσει ο άνθρωπος αυτός να μελετήσει Αγία Γραφή ή να προσευχηθεί, πολύ περισσότερο πώς να μπορέσει να βρει την δύναμη να εκκλησιασθεί αν δεν συμβεί κάτι αναπάντεχο ή δεν τον ελκύσει έκτακτα η Χάρις. Όταν αποστρεφόμαστε αυτό, το οποίο θα μας φέρει σε σχέση με τον Θεό από πού και πώς θα ξεκινήσουμε; Ποιό είναι εκείνο που χρειάζεται; Υπάρχει; Αν θέλουμε να το δεχτούμε υπάρχει! Πριν όμως ψάξει κανείς για πνευματικό εξομολόγο χρειάζεται καθοδήγηση άνωθεν για να βρει πραγματικό οδηγό και όχι κανέναν αφώτιστο και τελικά δεν μπορέσει να βγει πέρα στην πνευματική ζωή. Μεγάλο θέμα που δεν θα αναπτύξω σε αυτή την συνάφεια. Τώρα, θέλω να σημειώσω μόνο ότι τις όποιες επιλογές μας να μην τις κάνουμε δίχως πολύ και θερμή προσευχή και νηστεία. Και θα ξεκινήσω με την νηστεία διότι αυτή πρώτα δίνει πνευματική αίσθηση στο πως να ενεργήσει ο άνθρωπος.

Όταν ο άνθρωπος κινείται αποκλειστικά στην ζωϊκή διάσταση χρειάζεται κάτι που θα του ανοίξει μια άλλη προοπτική, αυτό το πετυχαίνει με τον καλύτερο τρόπο η νηστεία που αναπτερώνει το φρόνημα, ξυπνά μέσα μας την μνήμη του πνευματικού κόσμου και καθιστά εποπτικότερο τον νου διότι μας μας χαρίζει πνευματική διαύγεια. Η νηστεία επομένως δεν είναι απλώς νόμος για την κοιλιά αλλά κυρίως νόμος για τον νου. Γι΄ αυτό είναι ανάγκη να νηστεύουμε αλλά να νηστεύουμε σωστά. Και για να νηστεύουμε σωστά πρέπει η νηστεία μας να είναι και πνευματική και σωματική. Και τα δύο πρέπει να ασκούμε σωστά. Οπωδήποτε, όλος ο αγώνας συνίσταται σε τούτο, να βρούμε αυτή την κοινή ενέργεια των  τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Όταν βρούμε αυτή την ενέργεια της Χάριτος η ίδια στην συνέχεια γίνεται οδηγός, και ο πνευματικός πατήρ στέκεται δίπλα μας για να διακρίνει τί είναι της Χάριτος και πως πρέπει να ενεργούμε για να την κρατήσουμε. Πολλές φορές η μεγάλη πίεση που δέχεται ο χριστιανός από τον πειρασμό τον κάνει να αντιδρά με μεγάλη και απότομη πνευματική άσκηση ή ακόμη με αποφάσεις και ενέργειες που δεν είναι των δυνατοτήτων του και δεν μπορεί να τις φέρει σε πέρας. Γι΄ αυτό το καλύτερο είναι να εισέρχεται κανείς στον αγώνα φιλότιμα όχι όμως αδιάκριτα. Σ΄αυτό, βέβαια, θα βοηθήσει ο πνευματικός, χρειάζεται όμως και ο πιστός να παίρνει από λόγια και να μην κάνει ότι του κατέβει. Αποτελεσματικότερο διαπιστώνεται να βάλει κανείς στην καθημερινότητά του τα πνευματικά για να επικοινωνεί με τον Θεό με ένα τρόπο που δεν θα κλωτσήσει η ψυχή του και δεν θα νιώσει κούραση από τον κορεσμό πνευματικής ενασχόλησης. Γι’ αυτό ας αφήσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας να βρίσκει τί θέλει και σε ποιό μέτρο. Χρήσιμο αλλά και οφέλιμο είμαι να υπάρχει ένας συνδυασμός δραστηριοτήτων: εργασίας και μελέτης, προσευχής και  εργοχείρου, άσκησης και ψυχαγωγίας, μόνωσης και επικοινωνίας, ενημέρωσης και σιωπής με επιφυλακή στις αισθήσεις με τέτοιο τρόπο που να φέρνει καρπό, διότι αυτό τελικά είναι το ζητούμενο.

Ξεκινώντας από την σωματική νηστεία που αφορά τις τροφές μαζεύει ο άνθρωπος και τις σεξουαλικές του ορέξεις και συνεπώς η μία νηστεία δημιουργεί τις προϋποθέσεις και για την άλλη, και πάλι οι δύο μαζί αυτές οδηγούν στην πνευματική άσκηση της νηστείας που δεν είναι μόνο αποχή από ορισμένες τροφές αλλά είναι συνάμα και κάθαρση από τα πάθη του επιθυμητικού, του θυμικού και του λογιστικού της ψυχής. Χωρίς όμως την νηστεία και από τροφές ούτε εγκράτεια στην φαντασία έχουμε, ούτε νήψη στις αισθήσεις, επομένως δεν έχουμε τις προϋποθέσεις για ξεκινήσουμε με τάξη και με σειρά τον αγώνα ενάντια στα πάθη. Γιατί όμως χρειάζεται να νηστέψει κανείς προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μετάνοια με την οποία ο άνθρωπος καθαίρεται; Ορισμένες καταστάσεις στην πνευματική ζωή -όπως επισημάναμε και άλλοτε σε παλαιότερα άρθρα μας- περισσότερο βιώνονται παρά εξηγούνται! Δυστυχώς, δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί κάτι πνευματικό, το οποίο όμως αν δοκιμάσει κανείς έχει πλέον άμεση εμπειρία για το αποτέλεσμα μιας ενέργειας. Έτσι και με την νηστεία. Πώς να καταλάβει κανείς ότι όταν νηστεύει σωστά γίνεται όλος φως και οφθαλμός; Πώς θα καταλάβει όποιος δεν δοκίμασε να νηστέψει με πίστη, ότι δεν πέφτουν οι δυνάμεις αλλά ανανεώνεται ψυχικά αλλά και σωματικά; Πώς να εξηγηθεί ότι ο άνθρωπος που νηστεύει με ορθόδοξο τρόπο έχει σφρίγος και όρεξη για ζωή; Μήπως πολλοί συνάνθρωποί μας δεν έχουν ψυχική και σωματική υγεία επειδή δεν νηστεύουν τις διατεταγμένες νηστείες και, βέβαια, δεν έχουν και καλή διατροφή τον υπόλοιπο καιρό. Ίσως να εκφράσετε την ερώτηση: Η ψυχική  και η σωματική υγεία είναι απόρροια της διατροφής;  Οπωσδήποτε, όχι μόνο της διατροφής και της νηστείας αλλά κατά ένα μεγάλο ποσοστό οφείλεται στην κακή διατροφή και την απουσία της νηστείας! Δεν έλεγε ο Ιπποκράτης ότι «η τροφή σου είναι το φάρμακό σου». Δεν έχουμε όλοι υπ’ όψιν μας από την καθημερινή μας εμπειρία ότι υπάρχουν τροφές που μας βλάπτουν όταν μάλιστα χρησιμοποιούνται κατά κόρον ή ακόμη και όταν τρώμε σε ώρες που μειώνεται ο μεταβολικός ρυθμός; Λοιπόν, αν η ίδια η εμπειρία μας διδάσκει για το ένα γιατί δεν μπορεί να μας διδάξει και για το άλλο, πόσο ωφέλιμη είναι η νηστεία;

 

Exit mobile version