giapraki.com

«Ένας αιώνας και χοροί και τραγούδια…» (Άρθρο για τις Απόκριες της Φανής Φτάκα)

Oι Κοζανίτες δε διασκέδαζαν μόνο στους Φανούς την   περίοδο της Αποκριάς. Στα Νεώτερα Χρόνια, μια σειρά από καινούρια στοιχεία προστίθενται σταδιακά στο εορταστικό 10ήμερο εκτινάσσοντας  το αποκριάτικο ξεφάντωμα στα ύψη. 

Από τα πρώτα χρόνια εμφάνισης των μεταμφιέσεων (1650)  μέχρι το 1860, έτος απαγόρευσης αυτών από τους Τούρκους- λόγω της αιματηρής μέχρι θανάτου συμπλοκής δυο μεταμφιεσμένων αδελφών, η γνωστή ιστορία «της Μπήλιως τα νημόρια» – είναι τα Ρογκατζιάρια, οι γνωστοί κωδωνοφόροι του εφταημέρου  μεταξύ Πρωτοχρονιάς και Αη-Γιαννιού που δίνουν τον τόνο στη διονυσιακή αυτή γιορτή της τέρψεως και της ευωχίας. 

Από το 1890 όμως και μετά, έτος άρσης της απαγόρευσης των μεταμφιέσεων και της μετάθεσης των καρναβαλικών εκδηλώσεων την Κυριακή της Τυροφάγου (Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς), η Αποκριά  αρχίζει να εμπλουτίζεται και με στοιχεία αστικού καρναβαλιού. Για πρώτη φορά στους δρόμους της πόλης παρατηρούνται ομάδες μεταμφιεσμένων που αναπαριστάνουν διάφορα θέματα της αρχαιότητας ή της επικαιρότητας. Αρχίζουν οι  χοροί με ορχήστρες και μουσικές διεθνούς πλέον ρεπερτορίου κλπ.  

Από τις  αρχές ήδη του 20ου αιώνα, την περίοδο της Αποκριάς οι Κοζανίτες τόριχναν έξω διασκεδάζοντας μέχρι πρωίας στα κέντρα της εποχής, Το δεκαήμερο της Αποκριάς στα κέντρα αυτά, απλά καφενεία ή και πιο πολυτελείς αίθουσες,  διοργανώνονταν μέχρι και χοροεσπερίδες. Ορχήστρες έπαιζαν εγχώρια και ευρωπαϊκή μουσική σε όλους τους αποκριάτικους χορούς μεταφέροντας στο παραδοσιακό αγροτικό καρναβάλι της πόλης μας, την ατμόσφαιρα και στοιχεία από  το αστικό Καρναβάλι της Πάτρας, της Αθήνας, μα και της Βενετίας. 

Οι χοροεσπερίδες αυτές αποτελούσαν μεγάλο κοσμικό γεγονός για την πόλη, δίνοντας  τροφή για σχόλια πολύν καιρό μετά τις Αποκριές. Ξεσήκωναν όλους με το κέφι και τη ζωντάνια τους και αναμένονταν πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κοντά στους εμπόρους και στους διαφόρους επαγγελματίες συμμετείχαν μέχρι και οι πολιτικοί και οι τρανοί αρχοντάδις σ’ αυτές. Ο βουλευτής της ΕΡΕ Γιώργος Καρότσης αναφέρει επιγραμματικά ότι οι αστές Κοζανίτισες ράβονταν σε μοδίστρες της Θεσσαλονίκης για μια ξεχωριστή κοσμική εμφάνιση στους χορούς τον καιρό της Αποκριάς. Αλλά και οι άλλες, οι απλές νοικοκυρές, γυναίκες των μεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας, δεν παρέλειπαν να ράβουν ένα καινούριο φουστάνι για την περίσταση. Όσο για τις εργάτριες και τις αγρότισσες,  αυτές φρόντιζαν να ξεδίνουν στον Φανό της γειτονιάς τους, μιας και ο αργύρης ήταν φτωχός για να προμηθευτούν ένα εισιτήριο εισόδου στο χορό.                                                                                                                                                                                                                    

Το πρώτο μισό του 20ου αιώνα οι χοροί διοργανώνονται από φορείς και  σωματεία. Η ίδια η μπάντα της πόλης μας, η ιστορική Πανδώρα  σχεδόν εκατό χρόνια πριν, το 1925 , πρωτοστατούσε στη διοργάνωση των περίφημων αποκριάτικων  χορών της εποχής, του Κόκκινου και του Πράσινου. Επίσημοι χοροί που πήραν το όνομα τους από το χρώμα των φορεμάτων (κόκκινο ή πράσινο) που φορούσαν οι ντάμες Στα κόκκινα  ντύνονταν και η ορχήστρα ενώ κόκκινο γαρύφαλλο έβαζαν οι άνδρες στο πέτο . Το κόκκινο χρώμα συμβόλιζε τη φλόγα του αποκριάτικου γλεντιού. Αυτοί οι χοροί δίνονταν κάθε χρόνο μέχρι και το 1940 σε καταστόλιστες αίθουσες της πόλης όπως στην αίθουσα του Βαλταδωρείου Γυμνασίου αρχικά, ή στο Σινε Τιτάνια (Ιρις ή Ωρίων σε παλιότερες ονομασίες) που άνοιξε το 1926  ή στο καινούριο καφενείο του Καραβά (Ερμιόνιο), που άνοιξε το 1933. 

Από το ’50 όμως και μετά, χωρίς να λείπουν οι χοροί των σωματείων , διάφοροι τοπικοί επιχειρηματίες  οργανώνουν αποκριάτικους χορούς μόνοι τους ή και συνεταιρικά μ’ άλλους, συνοδεία πάντα ορχήστρας νοικιάζοντας διάφορα κέντρα αποκλειστικά και μόνο για το 10ήμερο της Αποκριάς αλλά και με τη σαιζόν καμιά φορά. Στους χορούς αυτούς έπαιζαν κυρίως ορχήστρες με εγχώριους πολύ αξιόλογους μουσικούς. Ορισμένες όμως φορές οι επιχειρηματίες αυτοί έφερναν και ορχήστρες από την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, όπως την ορχήστρα του Μητσάρα, πανελληνίως  γνωστή, που έπαιξε στη Λέσχη Δημοσίων Υπαλλήλων (Λέσχη Γκουντιού). 

 

Τα κέντρα σύμφωνα με τον Άνθο Πεσλή, γνωστό στους παλιότερους Κοζανίτες ως bon-viveur και μεγάλος κανταδόρος χωρίζονταν σε δυο κατηγορίες: στα χορευτικά που μετατρέπονταν σε χορευτικά μόνο για τις Απόκριες και στα λαϊκά που με κλαρίνα κυρίως γλεντούσαν εξίσου καλά όσοι δεν μπορούσαν να πάνε στα πρώτα. 

Επί Τουρκοκρατίας ακόμα, στα χορευτικά κέντρα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα  ανήκει το café chantant του Σαρχατλή ή αλλιώς το καφενείο του Ντίκου, όπως ήταν περισσότερο γνωστό από το όνομα του ενοικιαστή του στην οδό Νάνου Τσιμηνάκη. Στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο ή Παρθεναγωγείο δόθηκε πρώτη φορά χορός,  μετά την Απελευθέρωση του ’11, γύρω στο 1914-15. 

Στις αρχές της δεκαετίας του’20  τη σκυτάλη οργάνωσης χοροεσπερίδας παίρνει η Λέσχη Αξιωματικών η οποία  εκείνη την εποχή στεγαζόταν στο παλιό αρχοντικό των Αφων Παπακωνσταντίνου (στη θέση του σημερινού σινέ Ολύμπιον),  μαζί με το καφενείο “Αθήναι” (Ντορέ) των Αφων Στεργίου, στον κεντρικό πεζόδρομο. Σ’ αυτά προστίθεται και η Λέσχη Γκουντιό  (Λέσχη Δημοσίων Υπαλλήλων αργότερα), επί της Ξενοφ. Τρανταφυλλίδη μαζί με το σινέ Ωρίων (Τιτάνια) μετά το 1926.  

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30,  η λίστα των χορευτικών κέντρων της Αποκριάς διευρύνεται  με τη λανάρα του Γκουτζήκα (πρώην καφενείο Σαρχατλή), το Ερμιόνιο, το καφενείο Ομόνοια του Καραβίδα Βασίλη στο Μπλιούρειο Μέγαρο, (στη θέση του σημερινού ζαχαροπλαστείου Elite) και το καφενείο του  Ιορδάνη Βαγιανού στον κεντρικό πεζόδρομο.

 

Το 1932, σε άρθρο του με τίτλο «οι Καρνάβαλοι», ο Δ. Ελλαδίτης, αποτυπώνει πολύ γλαφυρά το μεγάλο ξεφάντωμα της  πόλης Κοζάνης στους χορούς με το κέφι να ανεβαίνει στα ύψη, σε τέτοιο βαθμό ώστε η πόλη να μοιάζει «σωστή Νίκαια» : «Φακίρηδες, Σείχαι, Μπέηδες, Χαρτορίχτρες, Σαρλώ, Πασάδες, Πιερότοι, Κολομπίνες, Αραπάδες, Εσκιμώοι, Κλόουν κι ένα σωρό άλλοι, αρρένες και θήλεις, μικροί και μεγάλοι, μόνοι και καθ’ ομάδες, γιορτάζουν , γλεντούν ξενυχτούν, στου Καραβίδα, στου Καραβά, στου Ιορδανη, στο Παλλάδιο, στο Ντορέ, στον Κινηματογράφο, στη Λέσχη Εμπόρων και σ’ άλλα κέντρα. Οι ταξιδιώται αυτής της εβδομάδας (οι διερχόμενοι ) εκ της πόλεως μας που είδανε τα γλέντια μας, τα ξενύχτια μας, τα τραγούδια στους δρόμους, τους τόσους μασκαράδες, το δίχως άλλο μόρφωσαν την γνώμην ότι και ψωμί φαρίνα τρώμε, και καύσιμη ύλη έχομε, και οι δουλειές μας πάνε καλά  και άνεργους και φτωχούς δεν έχουμε. Τι ειρωνία ! Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν συμβαίνει. Απλούστατα η φτώχεια τόρριξε έξω. Η φτώχεια θέλει καλοπέραση. Το σύνθημα όλων είναι «όξω φτώχεια». ……….Και θα χορέψωμε αφού και κέντρα έχομε μεγάλα και μουσικές με νέες νότες……… Πατροπαράδοτο έθιμο βλέπεις. ……Γλέντι, λοιπόν, γλέντι ως το πρωί μασκαράδες και από αύριο Σαρακοστή, σαρακοστή τρανή……..»

Ο Άνθος Πεσλής  αναπολεί την Αποκριά του 1937 στον κινηματογράφο Τιτάνια που είχε μεταβληθεί σε χορευτικό κέντρο  με ορχήστρα από Κοζανίτες μουσικούς με επικεφαλής τον Γιώργο Κούσμα, (βιολί). Μαζί του έπαιζαν ο Προκόπης Διδίλης  και ο Μιχάλης Ζιάκα στα βιολιά επίσης και ο Τούλης Καλέας στο κλαρίνο. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μέχρι τις χαραές  χόρευαμι με τους φίλους μου που ανέβηκαν και επί σκηνής τραγουδώντας παρέα με την ορχήστρα αποκριάτικα τραγούδια μέχρι άριες της όπερας,  ενώ τα φυλλουρίδια έπεφταν μι του φουρτιό»

Στη δεκαετία του ’40, εξαιτίας των δυο μεγάλων πολέμων (του Β’ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου), φυσικό επόμενο ήταν να εκλείψουν οι χοροεσπερίδες. Παραδόξως δε συνέβη το ίδιο και με τα θέατρα. Πολλοί  περιοδεύοντες θεατρικοί όμιλοι, αθηναϊκοί και εγχώριοι έκαναν την εμφάνιση τους τόσο στην Κατοχή όσο και αργότερα. Τον καιρό της Κατοχής μάλιστα, ορισμένοι από αυτούς τους θεατρίνους γύριζαν στα χωριά της περιοχής συνοδεία εγχώριας ορχήστρας για να δώσουν παραστάσεις. Το εισιτήριο της παράστασης το  εισέπρατταν σε είδος, ανταλλάζοντας το με λίγο σιτάρι λόγω της μεγάλης ανέχειας.

    

Στην αρχή της δεκαετίας του ’50 μπαίνει δυναμικά στη χορευτική σκηνή της πόλης το κέντρο Υπόγειο των αδελφών Ταρτάρα μαζί με το σινέ Ολύμπιο το 1953. Και στα δυο οργανώνονται  χοροεσπερίδες που αφήνουν εποχή και φιλοξενούνται πολλές φορές στις κοσμικές στήλες των εφημερίδων. Συγχρόνως κάποια άλλα μικρότερα μαγαζιά, όπως το εστιατόριο «Παπαγιώρς» (στον 1ος όροφο) επί της Παύλου Μελά και το Καφενείο του Βαρβέρη (1ος όροφος) στον κεντρικό πεζόδρομο ή το κέντρο Τζάκι (πίσω από το ξενοδοχείο Άνεσις) διοργανώνουν αποκριάτικους χορούς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας με ορχήστρες και ντιζέζ. 

Το γλεντζέδικο κλίμα της Αποκριάς εκτός από την Κοζάνη δεν αφήνει ανεπηρέαστες ούτε τις παροικίες της πόλης. Η μεγαλύτερη από αυτές δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. Οι απόδημοι Κοζανίτες οργανώνουν κάθε χρόνο μεγάλη χοροεσπερίδα που σχολιάζεται από στον τοπικό τύπο είτε στο μεγάλο καφενείο των Αφων Τσικριτζή στην αρχή της πλατείας Αριστοτέλους, είτε στο πολυτελέστατο ξενοδοχείο Mediterranne της ίδιας πλατείας, ιδιοκτησίας Κοζανίτη επιχειρηματία επίσης. 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη χορεία των χορευτικών κέντρων προστέθηκε το οικογενειακό κέντρο Τρίκος (1962) στην έξοδο της πόλης προς Πτολεμαΐδα μαζί με την παλιά εξοχική ταβέρνα του Χαρίση Δαιρούση (1947), που μετά την ανακαίνιση της, από το ‘60 και μετά, ξεκινά τη διοργάνωση αποκριάτικων χορών φέρνοντας γνωστούς καλλιτέχνες σαν τη Νίτσα Τσίτρα και τον Κώστα Κουφογιάγκο.  

Εγκαινιάζονται όμως ταυτόχρονα και μεγάλες αίθουσες  μέσα στην πόλη που φιλοξενούν πολυπληθείς αποκριάτικους χορούς όπως  το Κοβενταρειο (1963), το καινούριο ξενοδοχείο του ΕΟΤ Ξενία (1964), η Λέσχη Αξιωματικών (1966)  επί της Παύλου Μελά.  

 

Στην επιτυχία των ανωτέρω αποκριάτικων χορών, με το κέφι να απογειώνεται στα ύψη συντελούσαν χωρίς αμφιβολία και οι τοπικές ορχήστρες με το  πλούσιο και ποικίλο πρόγραμμα τους. Οι ορχήστρες αυτές είχαν μεγάλη πέραση και κρατούσαν το επίπεδο της διασκέδασης πολύ ψηλά, γιατί οι περισσότεροι από τους μουσικούς είχαν υψηλή μουσική θεωρητική κατάρτιση για τα δεδομένα της ελληνικής επαρχίας, στην οποία ανήκε και η Κοζάνη.  

Το ρεπερτόριο αυτών των τοπικών  ορχηστρών που μεσουρανούσαν την περίοδο της Αποκριάς, πέρα από τα ελληνικά σουξέ της εποχής (Αττίκ, Μαρούδας, Πολυμέρης) ήταν επικεντρωμένο και σε ευρωπαϊκά κομμάτια.  Την περίοδο βέβαια της Αποκριάς οι ορχήστρες έπαιζαν και παραδοσιακά δημοτικά και αρχοντορεμπέτικα. Έτσι στα κέντρα χορεύονταν από καλαματιανό μέχρι χοροί εισαγόμενοι σαν το φοξ – τροτ, το ταγκό το τσάρλεστον, βιενέζικα βαλς και αργεντίνικα ταγκό και μάμπο.  

 

Λίγο πριν το 60, μάλιστα εκτός από τους Κοζανίτες  που ήταν γλεντζέδες και καλοφαγάδες, στο Ερμιόνιο σύχναζαν και Γερμανοί  μηχανικοί και τεχνικοί που δούλευαν στην Πτολεμαΐδα, στη ΛΙΠΤΟΛ. Όλοι αυτοί διασκέδαζαν τα βράδια απολαμβάνοντας καλή μουσική, καλό φαγητό και φυσικά χορό, πολύ χορό που κορυφωνόταν την περίοδο της Αποκριάς. Τότε έρχονταν κι αυτοί στο τσακιρ κέφι και τάφκιαναν όλα γιαλιά-καρφιά, τραγουδώντας μέχρι και αποκριάτικα τραγούδια. Ποτέ φυσικά  δεν φανταζόντουσαν οι Γερμανοί ότι σε μια μικρή πόλη σαν τη Κοζάνη θα υπήρχε τέτοιο κέφι και ορχήστρα που θα έπαιζε βιενέζικα βαλς, αργεντίνικα ταγκό και μάμπο.   

 

Για τους επαΐοντες όμως δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να λύσουν αυτή την απορία των Γερμανών  μιας και ο αρχιμουσικός της μιας από τις ορχήστρες που διασκέδαζαν τους Κοζανίτες παραπάνω από 50 χρόνια, ο Μιχάλης Ζιάκας,  χρησιμοποιούσε παρτιτούρες που ερχόταν από τη Γερμανία, Γαλλία, Αμερική και Αργεντινή. Ο Ζιακας μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν συνδρομητής μεγάλων μουσικών οίκων, σαν αυτόν του Άλντο  Μαγέτι από Ιταλία κ.α. Αγόραζε συνεχώς ξένα μουσικά κομμάτια που ενσωμάτωνε στο ρεπερτόριο του. (Μαρτυρία της κόρης του Μαργαρίτας (Τίτης) Ζιάκα). 

Σύμφωνα πάλι με την ίδια, το πρόγραμμα της ορχήστρας ήταν ποικίλο.  Η ορχήστρα ξεκινούσε με ελαφριά χορευτική μουσική, στη συνέχεια έμπαιναν οι τραγουδίστριες, τα μεσάνυχτα ακούγονταν τα βιολιά της ορχήστρας σε τσιγγάνικες και κλασικές μελωδίες μέσα σε απόλυτη ησυχία και με κλειστά φώτα. Από κει και πέρα άναβε το κέφι με όλα τα όργανα σε δράση, ο Ζιάκας έπιανε το σαντούρι και ο κόσμος  άρχιζε το χορό. Οι Κοζανίτισες χόρευαν δημοτικά, λαϊκά, σμυρνέικα ενώ οι άντρες στο τσακίρ κέφι πολλές φορές χόρευαν με τα πουκάμισα έξω. Η ορχήστρα κατέβαινε από την πίστα και γινόταν ένα με τον κόσμο που διασκέδαζε μέχρι πρωίας. Οι Κοζανίτες ήξεραν να γλεντούν όμορφα χωρίς φασαρίες, παίρνοντας πολλές φορές στα κέντρα και την οικογένεια τους. Το ίδιο έκαναν και οι μουσικοί της ορχήστρας» .

 

Αλλά ποιες είναι οι ορχήστρες που εκτίνασσαν στα ουράνια το κέφι την περίοδο της Αποκριάς; Οι πιο γνωστές εγχώριες ορχήστρες που εμφανίζονταν στις χοροεσπερίδες από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν αυτή του Μάρκου Καλέα  και Σία, που μεσουρανούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’20 μαζί με αυτή του Προκόπη Διδίλη.  Ακολούθησε αυτή του Γεωργίου Κούσμα και του Θανασάκη Καλέα στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 ενώ οι διάδοχοι τους  Τούλης Καλέας και Μιχάλης Ζιάκας περισσότερο από μισό αιώνα θα κρατήσουν τα σκήπτρα της νυχτερινής διασκέδασης των Κοζανιτών καθ’  όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τις Αποκριές.

 

Με  τους ανωτέρω μουσικούς συνεργάστηκε ένα πλήθος  άλλων, συγγενών ή μη μεταξύ τους , όπως οι δυο Παναγιώτες Ζιάκα και Κουρού (πιάνο), η Έλλη Μάνου(πιάνο) ο Μάκης Ζιάκας (ακορντεόν), ο Θανασάκης Καλέας(κλαρίνο) και η κόρη του Μαρία (πιάνο), ο Γιάννης Διδίλης (ακορντεόν), ο Ναούμ Τσιάνας (τρομπέτα), ο Κώστας Μπίκας(ακορντεόν), ο Νίκος Ντόνας (σαξόφωνο), ο Νίκος Τσίντζιλης (κρουστά), ο Μανώλης Σιώμος (κρουστά), ο Θωμούλης Δούρβας (κρουστά), ο  Χρήστος Δακής (κιθάρα-μπουζούκι), ο Νικολαιδης Γιώργος (ακορντεόν) και αργότερα ο Πανούλης Καρδογιάννης (κιθάρα),ο Τακης Στύλας (κιθάρα) η Ντόρα Βερούλη (Μαίρη Λίντα) και ο Στέφανος Κονταξής στο τραγούδι, ο Κώστας Διδίλης (μπάσο), και ο Μάρκος Ντόνας(κιθάρα-μπουζούκι). Κοντά σ’ αυτούς θαταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρουμε και τις άλλες κοζανίτικες ορχήστρες όπως αυτή του Θανάση Μπίκα ή του Θωμά Καραματσούκα (Γκατζαλάτζα)  με τον Κώστα Δερίλα με προσανατολισμό περισσότερο στη δημοτική μουσική. Αυτοί τις Αποκριές έπαιζαν σε πιο λαϊκά καφενεία ή ταβέρνες απογειώνοντας τη διασκέδαση στα ύψη με τα κλαρίνα και τις κορνέτες τους.   

 

Κάθε χρόνο την περίοδο της Αποκριάς, οι ορχήστρες έκλειναν μεγάλα και  γνωστά ονόματα τραγουδιστριών από την Αθήνα όπως τη Μάγια Μελάγια, τη Μπέμπα Μπλάνς, που ως φιλενάδα συγγενικού προσώπου γνωστού πολιτικού της ΕΡΕ εμφανιζόταν  συχνά στο Ερμιόνιο,. Στις ντιζέζ που πέρασαν από την χορευτική σκηνή της Κοζανίτικης Αποκριάς αφήνοντας εποχή συγκαταλέγονται η Βιβή Χαν, η Λένα Ντάινα, η Θέκλα Λαζαρίδου, η Μαρία Λουίζα, η Μαρουτσέλλα, η Ζωζώ Σαπουντζάκη κ.α..  

 

Μες την παραζάλη του χορού δεν έλειπαν φυσικά και οι εκπλήξεις ευχάριστες μα και δυσάρεστες μερικές φορές. Όπως στην περίπτωση της Μαρίας Λουίζας, μιας πανέμορφης τραγουδίστριας  που έβαλε πολλά ανδρόγυνα να μαλώσουν όταν κάποιες Απόκριες στο Υπόγειο έμεινε με το μαγιώ στο τέλος του τραγουδιού. Αποτέλεσμα όλοι οι άρρενες πελάτες του κέντρου να σκοτωθούν μεταξύ τους. 

Σ’ έναν άλλον αποκριάτικο χορό στο Ολύμπιο αυτή τη φορά,  ενώ ο Νίκος Ντόνας έπαιζε σαξόφωνο με την ορχήστρα, εμφανίστηκε ξαφνικά με φτερά στην πίστα η τραγουδίστρια Ζωζώ Σαπουντζάκη δημιουργώντας όπως ήταν αναμενόμενο μεγάλο πάταγο. 

Μια άλλη φορά στο ίδιο κέντρο μια ζηλόφθονη Κοζανίτισα, σύζυγος γνωστού Κοζανίτη κασμερτζή, που κρατούσε μαγαζί με μαλλάκια στο τζιαντέ, έδωσε μπάτσα  τη γνωστή τραγουδίστρια Μπέμπα Μπλάνς, τραβώντας την μάλιστα κι από τα μαλλιά γιατί την είδε να κάθεται στα γόνατα του άνδρα της. 

 

Από τα κέντρα της Αποκριάς πέρασαν μεγάλες φίρμες σαν τον Αττίκ,  τη Μάγια Μελάγια με το τρίο Ατενέ, τη Δανάη, τον Πάνο Γαβαλά και τη Ρία Κούρτη, τον Διονυσίου, τη Δούκισα. την Πόλυ Πάνου, τον Καζαντζίδη  με τη Μαρινέλλα, τη Λίτσα Σακελλαρίου, τη Θέκλα Λαζαρίδου, τη Μπέμπα Μπλάνς, τη Νίτσα Μόλυ, τη Νινή Ζαχά, τη Ελίζα Μαρέλλι, την Κάκια Μένδρη, την Κούλα Νικολαίδου, τη Ζωή Μάγγου, , τη Μαίρη Πορτοκάλη, τη Ζωζώ Σαπουντζάκη, τη Μαρουτσέλλα και πλήθος άλλων ντιζεζ   όπως και τραγουδιστές όπως ο Φ. Πολυμέρης, ο Σώτος Παναγόπουλος, ο Τζίμης Μακούλης, ο Κορώνης, ο Φίλανδρος, ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα, ο Κόκκοτας, ο Δήμος Μούτσης, ο Μανώλης Αγγελόπουλος κ. α.  

 

Από τις αρχές όμως της δεκαετίας του ’80 η μουσικοχορευτική σκηνή της Κοζάνης την περίοδο της Αποκριάς έχει πλέον αλλάξει ριζικά. Οι διεργασίες της αλλαγής έχουν φυσικά ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν. Συγκεκριμένα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 πρωτοεμφανίζονται οι disco μέσα στην πόλη με τη disco “ Γαλαξίας” να κάνει την παρθενική της εμφάνιση το 1968 στο ανακαινισμένο σινέ Ολύμπιο. Ακολουθεί πληθώρα άλλων (La Jeunesse (1970), Tiffanys (1971-72), Bora-Bora  (1977), Studio 51 (1978), η Φωλιά του Κούκου και η Disco Νίκος στα τέλη του ’70, η ΟΖ (1981) κ. α. Την ίδια περίοδο εκτός από τις disco, εμφανίζονται και τα πρώτα εξοχικά κέντρα μακριά από το κέντρο της πόλης που την περίοδο της Αποκριάς μετατρέπονται σε χορευτικά. Το πρώτο είναι η Ρέμβη (1970) στο δρόμο του Αγίου Αθανασίου και το δεύτερο του Τάκη Σακαλή (Κουρουμπλιάη) (1977) στο Σιόποτο. Ο Κουρουμπλιάης για τις Απόκριες φέρνει όχι μόνο εγχώριες ορχήστρες αλλά και ξένες από Μπίτολα, Σερβία.  

 

Το 1980-81 κάνει την πρώτη του εμφάνιση  στην περιφέρεια της πόλης και το πρώτο μεγάλο κοσμικό κέντρο, η Bora-Bora  που από disco μετατρέπεται σε κέντρο με μπουζούκια και λαϊκό κυρίως ρεπερτόριο. Την ίδια περίοδο ανοίγουν οι πρώτες μπουάτ στην πόλη (Κυκλάμινο), ενώ το 1984 ξεκινούν και τα πρώτα piano –bar (Plus –One) , που μέσα σε 4-5 χρόνια θα υποσκελιστούν από τα δυναμικά και με φρέσκο αέρα club, που εμφανίζονται στο τέλος αυτής της δεκαετίας (Plus-one, Αποκάλυψη, Τετρακτίς, Επίκεντρο κ.α.). 

Στις αρχές του ’80 εμφανίζονται επίσης και τα ξέφρενα bal-masques  της Αποκριάς οργανωμένα από συγκροτημένες ομάδες νέων της πόλης που κάνουν αισθητή την παρουσία τους την περίοδο της Αποκριάς μόνο. Οι Ξικλιαστιάδις, οι Μουκαέτδις και οι Κασμιρτζήδις από το 1980 και μετά οργανώνουν εξαιρετικούς bal masques στα κέντρα της εποχής  (Ξενία και Studio 51) βαφτίζοντας τα με συμβολικά ονόματα που αντανακλούν και το μέγεθος του κεφιού: «Χαμός1» και «Χαμός 2». 

 

Έτσι,  τη δεκαετία του ‘80, από τα παλιά κέντρα που διασκέδαζαν για πολλά χρόνια τον κόσμο τις Αποκριές μόνο το Ξενία συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη, κλείνοντας οριστικά  το 1992. Παράλληλα σε πείσμα των καιρών συνεχίζουν μέχρι σήμερα την πορεία τους η ταβέρνα του Κουρουμπλιαη στο Σιόποτο και το Κλιούγκι. 

Όσο για τους οργανοπαίχτες μουσικούς, στη δεκαετία του ‘80  όλοι οι βασικοί παίχτες, ο ένας μετά τον άλλο πήγαν να «παίξ τ’ άργανα» παρέα με τους αγγέλους,  μόνο ο Τούλης απόμεινε στη γη να παίζει μέχρι το 1989 το κλαρίνο του σε αποκριάτικους χορούς πότε στον Κουρουμπλιάη και πότε στο Ξενία. Ουσιαστικά μ’ αυτόν, τον τελευταίο των Μοικανών της παλιάς γενιάς εγχωρίων μουσικών  κλείνει ένας μεγάλος μουσικοχορευτικός κύκλος της Κοζανίτικης Αποκριάς, που άνοιξε στις αρχές του 20ου αιώνα. 

 

Στη δύση του 20ου αιώνα, στη θέση των παλιών χορευτικών κέντρων που κράτησαν συντροφιά τους Κοζανίτες τις Αποκριές για  90 κοντά χρόνια, θα ξεφυτρώσουν μερικά καινούρια με νέες μεθόδους διασκέδασης πια. Οι καπνοί και οι dj  θα αντικαταστήσουν τη ζωντανή ορχήστρα. Είναι τα club της οδού Κοβεντάρων και του κέντρου που θα ξεσηκώσουν τους νέους σε καινούρια αποκριάτικα γλέντια και  χορούς. Αυτά μαζί με κάποια από τα παλιά κοσμικά περιφερειακά κέντρα και κάνα δυο καινούρια ακόμα, παράλληλα με τους παραδοσιακούς Φανούς θα συνεχίσουν στο διάβα του χρόνου να φιλοξενούν έντονα αποκριάτικα ξεφαντώματα, ο απόηχος των οποίων φθάνει  ζωντανός και ποικίλος μέχρι τις μέρες μας.

 

Καλή Συνέχεια στους χορούς και στα τραγούδια……που καλά κρατούν ακόμα!

 

Βιβλιογραφία 

 

Φανή Φτάκα-Τσικριτζή

 

 

 

Exit mobile version