Λάπατου – Λάπαθο- – Λάπατο – Αγριολάπαθο – Λάπατον – Λάπαζον- Αυλούκια- Ρούμεξ – Σιδερολάπαθα – Νερολαπάθα.- Αγριοσέσκλο – Αρκολάχανο -Οξαλίδι – Ξινάκι – Ξινήθρα

By on 22/07/2020

Επιστημονική ονομασία (Rumex acetosa)
 ΦΥΤΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΑΥΛΕΣ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ
 Μάρθα Στ. Καπλάνογλου Γεωπόνος Τεχνολόγος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το λάπαθο είναι ένα φυτό, που το βρίσκουμε, ακόμα, και στα αρχαία χρόνια, καθώς υπάρχουν αναφορές, από πολλούς αρχαίους συγγραφείς.
Ο Θεόφραστος το αποκαλούσε “το ήμερον λάπαθον”.
O Διοσκουρίδης, κηπευτικόν λάπαθον και το συνιστούσε κατά τού ίκτερου, της λιθιάσεως και άλλων ασθενειών.
Ο Ιπποκράτης παραγγέλλει τούτο εναντίον των επίμονων δερματικών νόσων.
Ο Αρεταίος μιλάει για τη χρησιμότητα της ρίζας του,ενώ ο Γαληνός συνιστά σπόρους Λάπαθου, κατά της δυσεντερίας.
Στην Κοζάνη, το αποκαλούσαν ” του λάπατου ” και την άνοιξη έκαναν με τα μεγάλα φύλλα του χορτόπιτες και ντολμάδες .
Στον Πόντο το αποκαλούσαν ” το λάπατον ή λάπαζον, ” αλλά και ” αυλούκια” ,από το αυλή,όπου φύτρωναν από μόνα τους,.
Στην υπόλοιπη Ελλάδα ,το συναντούμε με τα ονόματα  κόκκινη οξαλίδα , οξαλίδα προβάτου , οξαλίδα και ξινό ζιζάνιο ,οξαλίδι, ξινάκι ή ξινήθρα κ.α.
Η επιστημονική ονομασία του πιο συνηθισμένου είδους, στην Ελλάδα είναι Rumex acetosella. Είναι ένα είδος ανθοφόρου φυτού, στην οικογένεια φαγόπυρου Polygonaceae .
Εγγενές στην Ευρασία και τις Βρετανικές Νήσους,το φυτό και τα υποείδη του είναι κοινά, πολυετή ζιζάνια.
Όλα είναι ιθαγενή εύκρατων χωρών.
Είναι φυτά ποώδη, ετήσια, διετή και πολυετή.
Τα περισσότερα θεωρούνται ζιζάνια, πολλά είδη, όμως, είναι εδώδιμα και ορισμένα καλλιεργούνται.
Όλα τα είδη έχουν υπόξινη γεύση, λόγω της περιεκτικότητας τους σε οξαλικό κάλιο
ΒΟΤΑΝΙΚΗ ΤΑΞΙΝΟΜΙΣΗ
Το λάπαθο (αρχ. ελλ. λάπανθον, άλλη ονομασία είναι αγριοσέσκλο ή αρκολάχανο (κυπρ.)) επιστημονική ονομασία Rumex, είναι γένος της τάξης των Πολυγονωδών και της οικογένειας των Πολυγονοειδών, που περιλαμβάνει περί τα 200 είδη.
Συστηματική κατάταξη, κατά CRONQUIST, 1981
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία: Καρυοφυλλίδες (Caryophyllidae) Cronquist
Τάξη: Πολυγονώδη (Polygonales)
Οικογένεια: Πολυγονοειδή (Polygonaceae
) Γένος: Λάπαθον (Rumex)
Ειδος Rumex parientia L.
ΕΙΔΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Τα είδη του Rumex μπορεί να είναι είτε ετήσια είτε πολυετή. .
Στην Ελλάδα φύονται γύρω στα είκοσι είδη.
Μερικά από αυτά είναι τα εξής:
1.Λάπαθον η οξαλίς (Rumex acetosella),
2. Το κοινό οξαλίδι, ξινάκι ή ξινήθρα, λάπαθον το αμβλύφυλλον (Rumex obtusifolius), του οποίου η ρίζα θεωρείται φαρμακευτική,
3. Λάπαθον το ασπιδωτόν (Rumex scutatus)
4.Λάπαθον το βουκεφαλοφόρον (Rumex bucephalophorus),
5. Λάπαθον το κονδυλόρριζον (Rumex tuberosus),
6.Λάπαθον το οξυλάπαθον (Rumex acetosa),
7.Το κοινό ξινολάπαθο, λάπαθον ,το ούλον (Rumex crispus), 8.Το κοινό αγριολάπαθο, λάπαθον το συνεσπειρωμένον (Rumex conglomeratus), 9.Λάπαθον το υδρολάπαθον (Rumex hydrolapathum),
10.Λάπαθον το υδρόβιον (Rumex aquaticus).
11 Λάπαθον το πολύχρουν (Rumex pulcher),

ΒΟΤΑΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Ένα πολυετές βότανο, που έχει ένα λεπτό και κοκκινωπό όρθιο στέλεχος που διακλαδίζεται στην κορυφή, φτάνοντας, σε ύψος περίπου το 1 μέτρο.
— Τα φύλλα
Τα φύλλα σε σχήμα βέλους είναι μικρά, ελαφρώς μακρύτερα ,από 1 ίντσα (3 cm) και λεία, με ένα ζευγάρι οριζόντιους λοβούς στη βάση. Είναι λεία,άοσμα με σκούρο χρώμα .
— Άνθος Ανθίζει από τον Μάρτιο έως το Νοέμβριο, έχει κιτρινοπράσινα (αρσενικά) ή κοκκινωπά (θηλυκά) λουλούδια, σε ξεχωριστά φυτά στην κορυφή του στελέχους, Τα λουλούδια του Rumex είναι μικρά, πυκνά και διατίθενται σε διάφορα χρώματα, από κίτρινο έως καφέ, τα οποία αναδύονται από ένα ψηλό, όρθιο στέλεχος. Τα θηλυκά άνθη έχουν καφέ χρώμα
— Καρποί Παράγει κόκκινους καρπούς ( αχένια ).
Το φυτό βλαστάνει πάνω από ένα μεγάλο και εξαπλωμένο ρίζωμα . ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ
–Έδαφος
Όλα τα είδη ευδοκιμούν σε χώμα, που πρέπει να είναι ελαφρύ ή μέσης σύστασης. και ιδιαιτέρως σε υγρά και αρδευόμενα εδάφη.
–Θερμοκρασίες Ευδοκιμεί σε δροσερό κλίμα

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ
Αναπτύσσονται ταχέως και η καλλιέργειά τους είναι πολύ εύκολη, διότι δεν έχουν καμιά ιδιαίτερη ανάγκη και μάλιστα, από την άνοιξη μέχρι το χειμώνα
— Πολλαπλασιασμός
*Με σπόρο :
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρους που παράγει άφθονους το φυτό. μετά την επικονίαση τους, από τον άνεμο και τα περισσότερα είδη ρίχνουν άφθονη γύρη, που ταξιδεύει μακριά από το φυτό. .
Σπέρνουμε τους σπόρους την άνοιξη, Μάρτιο και τον Απρίλιο, σε μια επίπεδη επιφάνεια. Σπέρνονται σε σειρές 40-45 εκ. απόσταση σε βάθος 1,5 – 2 εκ. σε υγρό έδαφος
*Με διαίρεση :
Τα ώριμα φυτά μπορούν, επίσης, να διαιρεθούν το φθινόπωρο ή νωρίς την άνοιξη και να μεταφυτευτούν –Αραίωση φυτών Σε περίπτωση χρήσης σπόρου, για πολλαπλασιασμό είναι σημαντικό να μειώσουμε τα φυτά, και να τα αφήσουμε σε μια απόσταση 30-40 εκ. μεταξύ τους, ώστε να δώσει στο λάπατο αρκετό χώρο για μια ισχυρή, δυναμική και σαρκώδη ανάπτυξη
— Λίπανση
Για να βοηθήσουμε την ανάπτυξη των φύλλων, προσθέτουμε λίπασμα στο έδαφος, συνήθως αζωτούχο. Κάθε χρόνο, το φθινόπωρο κοπριά ή κομπόστ 15-20 κιλά ανά στρ., υπερφωσφορικό 25 χλγρ. ανά στρ. και κάλιο λίπασμα 10 χλγρ. ,ανά στρ. ,την άνοιξη, νιτρικό αμμώνιο 15 -20 χλγ στρ.
— Άρδευση
Ποτίζουμε, τακτικά, ώστε να μην μαραθούν τα φύλλα ή καούν. Η ξηρασία προκαλεί τον σχηματισμό μικροσκοπικών φύλλων και πρόωρη ανάπτυξη των ανθοφόρων βλαστών, γι ‘αυτό πρέπει να  ποτίζονται, μετά από κάθε συγκομιδή,
— Συγκομιδή
Η βλάστηση αρχίζει σε περίπου μια εβδομάδα. Κατά το πρώτο έτος ,σχηματίζει μονό φύλλο, το άλλο έτος – στέλεχος και σπόρο.
Η πρώτη συγκομιδή (περισσότερο από 10 εκ.μήκος), είναι 2 έως 2,5 μήνες, μετά τη σπορά. Κόψτε τα φύλλα, 3-4 φορές ανά σεζόν,
Η συλλογή των μεγάλων φύλλων αρχίζει από τα τέλη Μαΐου, όποτε είναι ακόμη τρυφερά. Τα φύλλα πρέπει να συλλέγονται συχνά ,καθώς το φυτό κινδυνεύει να καταστεί μη παραγωγικό.
Επιλέγουμε από τον εξωτερικό του φυτού πρώτα.
Αποθηκεύουμε τα φύλλα σε μια πλαστική σακούλα στο ψυγείο μέχρι και τρεις ημέρες.
Σε κάποια μέρη τα φύλλα συλλέγονται και αποξηραίνονταν στον ίσκιο.

ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΑ ΟΦΕΛΗ
Πολλά από τα είδη Rumex (Λάπατων ) είναι εδώδιμα και σε πολλά μέρη καταναλώνονται όπως το σπανάκι.
Τα λάπατα έχουν ελαφρά υπόξινη γεύση, λόγω του οξαλικού και τρυγικού οξέος, που περιέχουν και περιέχουν ακόμη θείο, φώσφορο, ρουμικίνη . Έχουν ελάχιστες θερμίδες. Περιέχουν βιταμίνη Α, βιταμίνη C, σίδηρο, ασβέστιο, φώσφορο κ.α. ,αλλά έχουν το μειονέκτημα ότι περιέχουν πολλά οξαλικά άλατα και γι αυτό πρέπει να καταναλώνονται σε μέτριες ποσότητες και όχι πολύ συχνά. Όσοι πάσχουν από «ρευματισμούς», υπέρταση, αρθρίτιδα και νεφρά, καλό θα είναι να τα αποφεύγουν.

ΙΑΤΡΟΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
Το Λάπατο θεωρείται βότανο με εξαιρετικές φαρμακευτικές ιδιότητες, κυρίως για όσους πάσχουν από αιμορροϊδες, αναιμία, δυσεντερία, ίκτερο, ή φυματίωση.
Λόγω της υψηλής περιεκτικότητας του σε κερκετίνη, βοηθά στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Το λάπαθο είναι ένα βότανο, πασίγνωστο για τις «καθαριστικές» του ιδιότητες.
Πρόκειται για ένα υπακτικό όχι τόσο γνωστό, αφού συστήνεται κυρίως σε δυσκοιλιότητα ήπιας μορφής.
Οι υπακτικές και καθαριστικές του ιδιότητες οφείλονται στις ανθρακινόνες. Το λάπαθο θεωρείται στυπτικό, διουρητικό και καθαρτικό.
Οξυγονώνει τους ιστούς και υποστηρίζει το ανοσοποιητικό σύστημα. Όλα τα υπέργεια μέρη του φυτού χρησιμοποιούνται, καθώς περιέχουν πολλά αντιοξειδωτικά, φλαβονοειδή, βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία. Είναι τονωτικό για τη χολή, λόγω των φυτοοιστρογόνων και των αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων του.
Οι άνθρωποι παίρνουν, συνήθως, το λαπαθο από το στόμα για τη μείωση του πρήξιμου ( φλεγμονή ) των ρινικών διόδων ( ιγμορρίτιδα ). Χρησιμοποιείται, επίσης, για τη θεραπεία της διόγκωσης της αναπνευστικής οδού ( βρογχίτιδα ).
— Τα φύλλα
Είναι διουρητικά, καθαρίζοντας τον οργανισμό, αντιπυρετικά και τονωτικά. Κατάλληλα για όσους υποφέρουν από αιμορροΐδες· βάζοντας επίθεμα από πολτοποιημένα φύλλα στα έλκη του στόματος ,  καταπραΰνονται, ενώ βοηθούν το λαιμό και οι γαργάρες, με αφεψήματα. –Οι ρίζες
Η ρίζα του έχει την ιδιότητα να απορροφά τον σίδηρο από το χώμα, γι αυτό και θεωρείται ,από τον μεσαίωνα, ότι καταπολεμά την αναιμία.
Γίνεται αφέψημα, βράζοντας ένα κουτάλι της σούπας ,με ρίζες κομμένες. Χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των συμπτωμάτων της ιγμορίτιδας, όπως συμφόρηση και πονοκέφαλος .
ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ
— Αλλεργίες Το λάπατο αποτελεί μια πιθανή αιτία εποχιακών αλλεργιών.
Η γύρη ταξιδεύει καλά στον άνεμο και έχει προκαλέσει πολλές αλλεργίες στο δέρμα, σε ασθενείς που είναι επιρρεπείς σε αλλεργίες.
Ορισμένοι πάσχοντες από αλλεργία, μπορεί να συγχέουν την αλλεργία τους στο λάπαθο, με αλλεργία στο γκαζόν, γιατί συμπίπτει η εποχή ανθοφορίας τους.
–Ανεπάρκεια ασβεστίου
Το Λάπατο περιέχει υψηλές ποσότητες οξαλικού οξέος, που μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια ασβεστίου στο σώμα, αλλά και μπορεί να είναι επιβλαβές, όταν καταναλώνεται, σε μεγάλες ποσότητες, λόγω πιθανής δηλητηρίασης, από οξαλικά.
— Ουρολιθίαση
Τα οξαλικά άλατα μπορεί να καθιζάνουν στα νεφρά, για να σχηματίσουν πέτρες στα νεφρά, που μπορούν να βλάψουν τα νεφρά και να οδηγήσουν σε κρίσεις ουρολιθίασης.
—  Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων μπορεί να οδηγήσει σε εμετό, διάρροια, νεφρική βλάβη, σπασμούς και πιθανώς ,σοβαρά καρδιακά προβλήματα .
— Ποιοι πρέπει να τα αποφεύγουν:
Άτομα με νεφρικά προβλήματα ή όσα είναι επιρρεπή σε ρευματισμούς, αρθρίτιδα, ουρική αρθρίτιδα ή υπερβολικό οξύ στομάχου, θα πρέπει να απέχουν από την κατανάλωση φρέσκου λάπατου, καθώς η κατάποση του βοτάνου μπορεί να επιδεινώσει αυτές τις καταστάσεις.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν βλάβη στα νεφρά, το ήπαρ και το γαστρεντερικό σωλήνα. Ωστόσο, η μέτρια κατανάλωση λάπατου θεωρείται ασφαλής και εάν τα φύλλα ή άλλα μέρη του φυτού εμποτιστούν σε ζεστό νερό ή βραστά ελαφρά, η ποσότητα οξαλικού οξέος μειώνεται σημαντικά.
— Όχι σε παιδιά και έγκυες γυναίκες.
ΧΡΗΣΕΙΣ
Σχεδόν σε όλα τα λάπαθα τρώγονται οι ρόδακες των φύλλων, κατα προτίμηση βραστοί και με πέταγμα του νερού.
Τα φύλλα του είναι μεγάλα και χρησιμοποιούνται σε σαλάτες ή μαγειρευτά , όπως και τα φύλλα από το σπανάκι.
Πρόκειται για εδώδιμο λαχανικό και χρησιμοποιείται πολύ στην ελληνική κουζίνα, κυρίως στις χορτόπιτες, και έχει ελαφριά πικρή ξινή γεύση , χρησιμοποιείται επίσης ως συστατικό σε σάλτσες και σούπες.
Στον Πόντο τα χρησιμοποιούσαν για σαλάτα ή κύριο φαγητό με σκόρδο, σε συνδυασμό με πρωτεϊνούχα υλικά όπως πλιγούρι ( γινόταν από σιτάρι) και σκωπτικά τα έλεγαν ” χωρί χαβίαρ”.δηλαδή το χαβιάρι του χωριού.
Βαφή:
Η ποικιλία Rumex obtusifolius χρησιμοποιείται ως έγχρωμη βαφή.& χρησιμοποιείται στην ιατρική ή στη φαρμακολογική έρευνα.

Προσοχή:
Συμβουλευτείτε πάντα το γιατρό σας ,πριν τη χρήση βοτάνων, ειδικά εάν λαμβάνετε και παράλληλη φαρμακευτική αγωγή.

Σχολιάστε αυτό το άρθρο!

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: