giapraki.com

«Θα φτύσω στους τάφους σας» της Τάσας Σιόμου

Προκλητικός  τίτλος του συγγραφέα Μπορίς Βιαν, σε βιβλίο- διαμαρτυρία, 1946, για την κοινωνική αδικία, για το άδικο λυντσάρισμα ενός αφροαμερικανού, που προξένησε την αυτοδικία του αδερφού του.

«ΘΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΩ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΣΑΣ», κι ας είναι άλλος ο  θεός μας, αφού ένας είναι ο θεός της καλοσύνης, μας είπαν τούτες τις μέρες, χιλιάδες  πρόσφυγες και  μετανάστες, διωγμένοι από τον εμπρησμό της Μόριας.

Και προσέφυγαν στα νεκροταφεία κι  έγιναν ικέτες στον πιο ιερό τόπο της ζωής, επί αιώνες και για κάθε πολιτισμό.

Εκεί βρήκαν καταφύγιο εμπλέκοντας τα μοιρολόγια με τα νανουρίσματα, εκεί που τους νεκρούς συνόδευαν κτερίσματα πολυτελή ή ταπεινά για τις ανάγκες, ίσως, και της άλλης ζωής. Εκεί που οι επιτύμβιες στήλες, κοσμημένες με γλυπτά ανάγλυφα ή έξεργα, αποτύπωναν τη λύπη για την αμετάκλητη διακοπή της χαράς της ζωής.

Άλλωστε, η δική τους σταματημένη ζωή έγινε αβάσταγη με τις φωτιές και μόνο τα κλάματα κι οι φωνές των παιδιών, που αξιώνουν αδιακρίτως, τάραζαν τη βουβή τους απόγνωση στον ιερό τόπο.

Ούτε την τύχη ενός «δωματίου-γωνιά» δεν είχαν, όπως συνηθιζόταν από τους αντιφρονούντες σε τόπους εξορίας, όταν έστηναν γωνιακούς μπερντέδες για να στεγάσουν την ιδιωτικότητά τους,  όπως χαρακτηριστικά αναφέρει  η γυναίκα του εξαφανισμένου ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ.

Μόνο τρεμάμενα καντήλια και κλεφτές ακτίνες των λιόδενδρων αχνοφέγγουν το ζόφο τους, ή το λιοπύρι στις άκρες των δρόμων ζαλίζει τις ελπίδες τους.

Και το βεβιασμένο ενοχοποιητικό πόρισμα του κυβερνητικού εκπροσώπου «δε σέβονται τη φιλοξενία μας», το οποίο δεν σεβάστηκε την εισαγγελική έρευνα, ήρθε να προστεθεί στη δυστυχία τους.

Μπορεί να ήταν μια ομάδα δική τους που καταδίκασε και τους υπόλοιπους, αν και υπάρχουν πολλά ερωτηματικά.

Μπορεί να ήταν μια ομάδα θερμόαιμων ντόπιων, Λέσβιων,  που επωμίστηκαν το προσφυγικό πέρα από τις αντοχές τους και μέχρι στιγμής μόνο φραστικά δικαιώνονται. Μια ομάδα της τακτικής του Νέρωνα και των Ναζί στο Ράιχσταγκ.

Είναι γνωστό πως όσο υπάρχουν πόλεμοι και πείνα θα χαράσσονται κι οι δρόμοι της απόγνωσης. Το στοίβαγμα όμως ανθρώπινων ψυχών μπορούσε να αποτραπεί  κι η αλληλεγγύη των νησιωτών να μην τεθεί σε δοκιμασία, με μια δίκαιη κατανομή στη διάρκεια διαδικασίας του ασύλου.

Δυο δεκαετίες πριν,  ενάμισι έως δυο εκατομμύρια μετανάστες, κυρίως Αλβανοί, παράνομοι στην αρχή,  φιλοξενήθηκαν στην πατρίδα μας, συμβάλλοντας στην προκοπή του τόπου μας και προοδεύοντας κι  οι ίδιοι. Από αυτούς τέσσερις περίπου  χιλιάδες έζησαν στο νομό Κοζάνης. Στη πόλη, τα παιδιά τους αποτελούσαν το δεκαπέντε τοις εκατό του μαθητικού δυναμικού, που σήμερα σπουδάζει και κάνει γάμους με  ντόπιους.

Ας μου επιτραπεί  να  αναφέρω πως ως αιρετή εξέφρασα την πολιτική του Δήμου, πολιτική καλωσορίσματος των μεταναστών, παράνομων στην αρχή, αντί του κυνηγητού, συνεργαζόμενη με ανοιχτόμυαλους συμπολίτες μας. Οι φτωχογειτονιές τους καλοδέχτηκαν, ανάμεσα τους και η δική μου, κι ο Δήμος συνεπικουρούσε με πλήθος δράσεων.

Πώς μας οδήγησε η κρίση σε τέτοια  στενοκαρδία και πώς το πλήθος των πνιγμών  έγινε μια συνήθεια;

Πώς οι πρωτοπόρες δράσεις της ΚΕΔΚΕ δεν επηρέασαν την ΚΕΔΕ;

Τότε που φωτισμένοι αυτοδιοικητικοί  προωθούσαν την εξωτερική πολιτική της συναδέλφωσης, υλοποιώντας  αδελφοποιήσεις με Δήμους της αντίπερα όχθης.

Τότε που οι Δήμοι πρωτοστατούσαν σε εξάμηνη ή ετήσια φιλοξενία των παιδιών του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας, ανάμεσά τους κι ο Δήμος Κοζάνης που συντόνισε τη φιλοξενία, χωρίς επιδοτήσεις,  δεκάδων παιδιών στα ζεστά κοζανίτικα σπίτια, που ακόμα κρατούν τις συγγένειες που έστησαν.

Τότε που τόνοι ανθρωπιστικής βοήθειας συγκεντρώνονταν κι αποστέλλονταν όπου γης για την αντιμετώπιση κρίσεων.

Πώς εκείνη η περηφάνια της αλληλεγγύης μετατράπηκε σε έπαινο για τον αποκλεισμό και για την άρνηση δεκατριών χιλιάδων  «καταραμένων» της γης. Φαντάζονται πως έτσι θ΄αναχαιτίσουν την ανεργία ή θα διασφαλίσουν την «τοπική καθαρότητα»;

Λίγοι ψυχωμένοι τοπικοί άρχοντες χρειάζονται και το κλίμα  μπορεί ν’αλλάξει και να δοθεί μια ανάσα σε συνεργασία με την πολιτεία και διεθνείς φορείς.

Είμαι σίγουρη πως, έτσι,  θ΄αποφύγουμε το φτύσιμο, τη διάσταση από την πολιτισμική μας παράδοση  : πες μας, ξένε, από πού κρατάει η σκούφια σου, ενώ το τραπέζι  στηνόταν. ‘Η  χίλιοι καλοί χωρούν, ή για όλους ψένει ο ήλιος.

Έτσι, οι μύθοι μας, έτσι, οι τραγωδίες μας θα συνθέτουν αιωνίως το δικό μας, αλλά παγκόσμιο αγαθό του ανθρωπισμού.                                                                                               

ΥΓ: αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου.

                                                                                                             Τάσα Σιόμου

 

Exit mobile version