«Αριστερά: Ανασυγκρότηση ή τέλμα» Του Κωνσταντίνου Ζαγάρα

By on 29/11/2017

Το 2017 μπορεί να χαρακτηριστεί ως έτος νοσταλγίας για τους απανταχού αριστερούς. Ιδιαίτερα στα καθ’ ημάς, χιλιάδες αφιερώματα και εκδηλώσεις, εκδόσεις και ομιλίες έγιναν, λόγοι και κείμενα γράφτηκαν, για τα 100 χρόνια από τη συμπλήρωση της Οκτωβριανής επανάστασης, τα 50 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, τον έναν χρόνο από τον θάνατο του Φιδέλ Κάστρο, τα 44 χρόνια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κ.ο.κ.

Όταν μάλιστα η επιστροφή στη σφαίρα της αναζήτησης της χαμένης επανάστασης και ουτοπίας συνδυάζεται με τη διάψευση των προσδοκιών που καλλιέργησε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας, τότε αυτή παίρνει μεγαλύτερες και διαφορετικές διαστάσεις μελαγχολικού χαρακτήρα.

 

Στράτευση; «Όχι, ευχαριστώ»

Παρόλα τα αφιερώματα και τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν, αλλά και τις χιλιάδες αναφορές που έγιναν στο όνομα της οργάνωσης μιας νέας επανάστασης και τη δημιουργία μιας αταξικής κοινωνίας, φαντάζει, τουλάχιστον, άτοπο να μιλάς σήμερα για την ανάγκη στράτευσης στην Αριστερά και υπεράσπισης του χειμαζόμενου και λεηλατημένου αυτού πολιτικού χώρου. Όσο περισσότερο κάνει κάποιος λόγο για ελπίδες που δε χάθηκαν και για αγώνες που δε δόθηκαν, επιπλέον, τόσο, πλημμυρίζει τον συνομιλητή του με αισθήματα απογοήτευσης, πίκρας και οργής.

Κι ενώ σε κανέναν δεν είναι αρεστή η ιδέα βολέματος μέσα στο τέλμα και την ακινησία, όλο και λιγότεροι αποδέχονται την ιδέα να ξαναβουτήξουν σε έναν νέο «βούρκο», που άλλοι, συχνά με διθυράμβους και μεγάλα λόγια, θα τον «ξαναστολίσουν» και θα τον παρουσιάσουν ως νέο πεδίο δόξης λαμπρόν. Οι περισσότεροι πλέον προτιμάνε να μένουν μόνοι, κλεισμένοι στα καθημερινά τους προβλήματα, σκεπτόμενοι τις προσωπικές τους φουρτούνες και όχι τις φουρτούνες που θα τους φορτώσουν άλλοι.

 

Η Αριστερά που ηττήθηκε και θα ξαναηττηθεί

Τα χρόνια της γενικευμένης κρίσης που βιώνουμε ήρθαν τα πάνω- κάτω. Ωστόσο, οι «κάτω» συνεχίζουν να παραμένουν στην ίδια θέση.  

Τον Σεπτέμβριο του 2015 κι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πετάξει στον κάδο των αχρήστων το «Όχι» του δημοψηφίσματος και είχε υπογράψει το τρίτο μνημόνιο, οι αριστερές δυνάμεις του τόπου, παρόλο το ηθικό προβάδισμα της συνέπειας που διέθεταν, υπέστησαν ολοκληρωτική ήττα. Κι αν οι λόγοι που το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οδηγήθηκαν σε αυτή, μπορούν να αναζητηθούν στις κακοδαιμονίες του παρελθόντος τους, αλλά και στο γενικότερο πολιτικό ρεύμα που τους συμπαρέσυρε, για τη ΛΑΕ φαίνεται πως δεν ισχύει το ίδιο. Σύμφωνα με τις δικές της επίσημες εκτιμήσεις, το αποτέλεσμα του Σεπτεμβρίου του 2015 είχε να κάνει με τη συγκυρία και την αδυναμία του ελληνικού λαού να συνειδητοποιήσει τόσο γρήγορα τι είχε συμβεί το «θερμό» πολιτικά, εκείνο, καλοκαίρι. Η ΛΑΕ εγκλωβίστηκε σε έναν καταγγελτικό και αδιέξοδο πολιτικό λόγο. Επέμεινε να απευθύνεται στο θυμικό μέρος της ψυχής του ακροατηρίου, την ίδια ώρα που μια ελίτ μυημένων του σχήματος περιορίστηκε σε διαπραγματευτικού τύπου συνομιλίες με προβεβλημένα και αμφιλεγόμενα πρόσωπα και ομάδες. Με μια στρατηγική χαραγμένη στο πόδι και έναν «ξαναζεσταμένο» αντιμνημονιακό λόγο βάδιζε τυφλά προς τις εκλογές και δίχως να το καταλάβει οδηγήθηκε στην ήττα.

Περίπου 2,5 χρόνια μετά, η κατάσταση φαίνεται να μην έχει αλλάξει. Αντίθετα, σε μια εποχή απομυθοποίησης και κατάρρευσης όλων των ταμπού, οι οργανώσεις της ΛΑΕ ερήμωσαν, οι συνελεύσεις αραίωσαν και κανείς δε διεκδικεί πια τα πολιτικά του δικαιώματα. Μετρημένοι στα δάκτυλα είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι κάτι κινείται στις οργανώσεις τους, ελάχιστοι είναι εκείνοι που βρίσκουν χώρο να κινηθούν και να δημιουργήσουν εκεί, ενώ η πολιτική πρόταση του συμμαχικού σχήματος παραμένει ασαφής. Ταυτόχρονα, μικρότερες δυνάμεις που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, την ίδια περίοδο με τη ΛΑΕ, βολοδέρνουν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, εγκλωβισμένες στον μικρόκοσμό τους και σε αέναες συζητήσεις, ψάχνοντας  απαντήσεις σε έναν απονεκρωμένο λόγο.

Κι ενώ βαδίζουμε σταθερά σε ένα αβέβαιο πολιτικό μέλλον, η ριζοσπαστική Αριστερά που γνωρίζουμε θα συνεχίσει να οδηγείται σε απανωτές ήττες, ήττες που ενδεχομένως να θέσουν σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια τη συγκροτημένη ύπαρξη της.

 

Μπροστά στο κενό

Την ώρα που η πολιτική ζωή του τόπου ευτελίζεται όλο και περισσότερο, τη στιγμή που τα κόμματα εξουσίας λειτουργούν ως διεκπεραιωτές μιας προαποφασισμένης πολιτικής και εκπρόσωποι επιχειρηματικών συμφερόντων, η Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε ένα κενό στρατηγικής, αλλά και σε μια απουσία πραγματικών πολιτικών δυνάμεων της ανατροπής. Ούτε πραγματική οργάνωση ψυχών και σωμάτων υπάρχει, ούτε ένα ριζοσπαστικό σχέδιο που να εμπνέει μια κοινωνία που βυθίζεται στην απόγνωση και την παραίτηση. Οχυρωμένες στο φρούριο της έπαρσης και τη μοναξιά  τους, οι εναπομείνασες αριστερές δυνάμεις εκτρέφουν τη δογματική τους αυταρέσκεια και νωχελικότητα.              

Κι αν στις επετειακού τύπου εκδηλώσεις για την Οκτωβριανή επανάσταση χαράζονταν επί χάρτου οι νέοι έφοδοι στον ουρανό, οι ίδιοι οι δημιουργοί της ιστορίας- οι πολίτες- κι ανάμεσά τους οι αριστεροί, είναι τώρα απόντες.

 

Συσπείρωση δυνάμεων

Όταν άλλοι μιμούνται το παρελθόν ανασύροντας παρωχημένα μετωπικά σχήματα κι άλλοι προδιαγράφουν το μέλλον σε καθαρόαιμα κατασκευάσματα, οι αριστεροί που επιδιώκουν μια ενεργή πολιτική ανάμειξη στην πολιτική ζωή, οφείλουν να αισθανθούν και να συνειδητοποιήσουν τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, να αναρωτηθούν γιατί ο κόσμος βουλώνει τα αφτιά του όταν ακούει «Αριστερά».

Έτσι, όσοι δε θεωρούν μοιραία τη σημερινή απόληξη της Αριστεράς κι όσοι οργανωμένοι ή ανοργάνωτοι προσπάθησαν ή προσπαθούν να αντισταθούν στη σημερινή  βαρβαρότητα, οφείλουν να ξανασταθούν μπροστά στο διαχρονικό ερώτημα: «τι να κάνουμε».

Είναι αλήθεια πως η Αριστερά παραμένει ένας ταλαιπωρημένος, διασπασμένος και πολυχειραγωγημένος χώρος, κινούμενος μεταξύ άνευρων πρωτοβουλιών και πληκτικών προτάσεων. Αυτή τη στιγμή, βρισκόμαστε πολύ μακριά από κάποια επιθυμητή σύνθεση δυνάμεων που να μπορούν να μετεξελιχθούν σε ένα μαζικό και οργανωμένο ρεύμα αμφισβήτησης και διεκδίκησης. Υπόγειες διεργασίες, που   αμήχανα και τρεμουλιαστά, προσπαθούν, ενδεχομένως, να ανιχνεύσουν νέους διόδους  εξόδου από τα κοινωνικά προβλήματα, παραμένουν στην αφάνεια.

Η μεγάλη και δύσκολη πρόκληση της εποχής μας είναι να ξαναμιλήσουμε πολιτικά. Να αναγεννήσουμε τη σημασία της αποφασιστικής εμπλοκής του κόσμου στο κοινωνικό γίγνεσθαι, που θα επιφέρει άμεσα θετικά αποτελέσματα στη ζωή των ανθρώπων. Να φέρουμε στην επιφάνεια τις υπόγειες κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται.  

Για να επιτευχθεί αυτό είναι αναγκαίο να οικοδομηθεί μια νέα ενεργή σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους. Μια σχέση που θα τους κάνει να συσπειρωθούν γύρω από ιδέες που μπορεί να γίνουν υλικές δυνάμεις ανατροπής. Μια σύγκλιση ανάμεσα στις νέες γενιές σε θέση πρωταγωνιστή, τον κόσμο της εργασίας, τους πνευματικά και χειρωνακτικά μισθωτούς, που πλήττονται από την κρίση και την αβεβαιότητα για το μέλλον τους, τις στρατιές των ανέργων.

 

Επανίδρυση της Αριστεράς

Σε αυτό το πλαίσιο, η Αριστερά είναι αναγκασμένη ή να επανιδρυθεί ή να βουλιάξει στο σημερινό της τέλμα. Μια Αριστερά που δε θα εξαρτά τη στάση της από τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς οφείλει να προχωρήσει σε έναν νέο και μεγάλο πολιτικό φορέα με ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο. Να ανασκάψει συθέμελα το έδαφός της, να κοιτάξει τριγύρω της, να απορρίψει κακέκτυπα συνασπισμού δυνάμεων και να χαράξει μια νέα μεγάλη στρατηγική.

Όταν αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο το «Αυτοί», η Αριστερά δεν έχει άλλα περιθώρια υποχώρησης. Το πολύτιμο καθήκον της είναι να δημιουργήσει το νέο «Εμείς».    

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 29/11/2017)

Leave a Reply

Your email address will not be published.